Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2008

ΜΙΑ ΚΟΡΔΕΛΙΤΣΑ ΦΑΝΤΑΙΖΙ..


edward hopper, 1882-1967
ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Νάναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς ένα δρόμο φιδωτό που σβει στα χάη
και σένα του καπέλου σου πλατειά και φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά να χαιρετάει.

Και ναν΄σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι' άστρα, τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων
κι αυτός ο άνεμος τρελά-τρελά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.

Κι' όλο να λες, στα βάθη της νυκτός
για ένα -με γυάλινα πανιά- πλοίο που πάει
όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο που πέφτει εκτός:
οξ' απ΄τον κύκλο των νερών - στα χάη.

Κι' όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί
περ' από τόπους και καιρούς εώς ότου -φως μου-
(καθώς τρελά θα χαιρετάει κειν΄η κορδέλα η φανταιζί)
βγούμε απ' την τρικυμία αυτού του κόσμου...

Γιάννης Σκαρίμπας
ουλαλούμ
εαυτούληδες
βοϊδάγγελοι
εκδ.Κακτος,1976

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2008

ΑΙΝΙΓΜΑ


fernando pessoa, 1888-1935

Απέτυχα στα πάντα.
Όπως δεν είχα κανένα σκοπό, ίσως τα πάντα δεν ήταν τίποτα.
Η εκπαίδευση που μου έδωσαν,
κατέβηκα από αυτήν από το πίσω παράθυρο του σπιτιού.
Πήγα μέχρι τα χωράφια με μεγάλα σχέδια,
αλλά εκεί συνάντησα μονάχα χόρτα και δέντρα,
κι' όταν υπήρχαν άνθρωποι ήταν ίδιοι με τους άλλους.
Φεύγω απ΄το παράθυρο, κάθομαι σε μια καρέκλα. Τι θα
μπορούσα να σκέφτομαι τώρα;


Μικρό απόσπασμα από το κατάστημα ψιλικών
Άλβαρο ντε Κάμπος
Η "θαλασσινή ωδή" και άλλα ποιήματα
μετάφραση Μαρία Παπαδήμα
εκδ. Εξάντας

Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2008

HOMO HOMINI LUPUS



Η παγκόσμια πραγματικότητα:

http://jungle-report.blogspot.com/2008/08/yin-yang.html



Η ευρωπαϊκή πραγματικότητα


του Ulrich Seidl (2007)







η αφρικανική πραγματικότητα


του Hubert Sauper (2004)








και η ελληνική πραγματικότητα
http://roides.wordpress.com/2008/08/09/2party_liberalism/

Τρίτη, 12 Αυγούστου 2008

ΤΟ ΑΒΓ....Ω



Για τον locus solus που λείπει
…Εκείνο το πρωϊ έκανε κρύο κι εκείνη κοίταζε τα άδεια σπίτια και το τοπίο που φαινόταν θολό μες την καταχνιά. Την είδα από το παράθυρο της κουζίνας, όπου έφτιαχνα μια ομελέτα με πατάτες. Για να ακριβολογώ, ετοιμαζόμουν να σπάσω ένα αυγό στο χείλος ενός πιάτου, αλλά μόλις είδα τη Λάουρα βγήκα να την υποδεχτώ με την ίδια κατάπληξη που θα έδειχνα αν είχε εμφανιστεί μπροστά μου η Αφροδίτη του Μποτιτσέλλι με την αχηβάδα της υπό μάλης. Εκείνη χαμογέλασε χωρίς να πει τίποτα κι έπειτα έτριψε τα χέρια της και με κοίταξε με αγωνία. Εγώ περιοριζόμουν στη διαπίστωση ότι πράγματι επρόκειτο για τη συγγραφέα. Τόσο η Λάουρα όσο κι εγώ δεν ξέραμε ποτέ πώς ν’ αρχίσουμε μία συζήτηση, γι’ αυτό και η στιγμή της γνωριμίας μας υπήρξε μάλλον αμήχανη. Έπειτα από μερικά τραυλίσματα αποφάσισα να σπάσω τον πάγο με μια σύντομη επίσημη δήλωση. Της είπα ότι είχα σκοπό να ετοιμάσω φαγητό και ως απόδειξη της παρουσίασα το πιάτο και το αυγό. Κατάλαβε ότι ήξερα ποια ήταν κι’ όλα έγιναν πιο εύκολα. Δέχτηκε να έρθει μέσα στο σπίτι. Κάθησε στο τραπέζι της κουζίνας και κοιταχτήκαμε για μια στιγμή. Τότε βάλθηκα να ψάχνω για το πιάτο και το αυγό που είχαν εξαφανιστεί από τα χέρια μου. Η Λάουρα στάυρωσε τα πόδια της κι άναψε τσιγάρο. Έδειχνε λιγότερο αβέβαιη τώρα, αλλά καθώς άρχισε να μιλάει οι άκρες των χειλιών της τρεμούλιασαν.
«Τα άφησες πάνω στη σόμπα στο διάδρομο».
Βγήκα να τα βρω και γύρισα με τη σκέψη ότι ήταν πραγματικά απίστευτο να βρίσκεται εκείνη εδώ, καθισμένη στην κουζίνα μου να καπνίζει. Η Λάουρα κάπνιζε λίγο αλλά με ένταση. Τα μόνα αχαλίνωτα βίτσια της ήταν τα χάπια και ο καφές….
.…εγώ δεν το ξερα, οπότε της πρόσφερα μια μπύρα. Εκείνη κοίταξε ανήσυχη την παλιά καφετιέρα και απάντησε ότι θα προτιμούσε ένα φλιτζάνι κρύο καφέ. Της σέρβιρα μια κούπα γεμάτη ως απάνω. Ύστερα της έδωσα τη ζαχαριέρα. Εκείνη τη στιγμή ανακάλυψα πως κρατούσα μόνο το αυγό στο χέρι μου κι΄άρχισα να ψάχνω για το πιάτο παντού. Η Λάουρα ανακάτευε τη ζάχαρη και στο πρόσωπό της διαγραφόταν ένα ντροπαλό χαμόγελο.
«Το χρησιμοποίησες για να μου ακουμπήσεις την κούπα»
Ένιωσα λίγο μπερδεμένος. Έστρεψα το βλέμμα μου στη μικρή ασπρόμαυρη τηλεόραση που καταλάμβανε τιμητική θέση ανάμεσα στα συμπράγκαλα του τραπεζιού. Ήταν πάντα ανοιχτή γιατί άναβε μαζί με το φως της κουζίνας, αλλά δε λειτουργούσε ο ήχος της. Η Λάουρα ακολούθησε το βλέμμα μου και για λίγα λεπτά μείναμε να χαζεύουμε έναν άντρα που μιλούσε χωρίς να κινεί σχεδόν καθόλου τα χείλη. Τότε σήκωσε την κούπα από το πιάτο κι άπλωσε το χέρι για να της δώσω το αυγό. Σκέφτηκα ότι δεν έπρεπε να δεχτώ να χτυπήσει αυγό στην κουζίνα μου κι ότι θα ήταν καλύτερα να τη γνώριζα σ’ ένα εστιατόριο φτιαγμένο με σανίδες σε καμιά ιταλική παραλία, σ΄έναν μικρό όρμο το σούρουπο και να τρώγαμε στρείδια και πεταλίδες μ’ ένα πολύ απαλό λευκό κρασί, ενώ ένα βαριεστημένο αγόρι θα έπαιζε μελαγχολικές μελωδίες σ’ ένα εξαιρετικά νωχελικό ακορντεόν. Της το έδωσα όμως το αυγό της Λάουρα κι εκείνη άναψε κι άλλο τσιγάρο και με κοίταξε στοχαστικά. Σήκωσε το χέρι στο οποίο κρατούσε ταυτόχρονα το τσιγάρο και το αυγό , αλλά δε βρήκε τις λέξεις κι έμεινε αμίλητη. Σκέφτηκα πως οι μεγάλες ιστορίες δεν έπρεπε να αρχίζουν σε κουζίνες, αν και σχεδόν πάντα κατέληγαν εκεί. Σκέφτηκα πως υπήρχαν εκατομμύρια μέρη στα οποία ένα ζευγάρι θα θεωρούσε ευτυχία να έχει γνωριστεί, και όχι στην κουζίνα του σπιτιού τους μια μέρα τόσο ελεεινή σαν κι εκείνη. Ένιωσα προδομένος από τις περιστάσεις αλλά όταν θέλησα να βρω καμιά πρωτότυπη ιδέα, το μόνο που μού κοψε ήταν να δώσω στη Λάουρα ένα πηρούνι για να μπορέσει να χτυπήσει το αυγό. Εκείνη το πήρε και είπε με ορμή ότι η ζωή της Γου Τσε-Τιεν ήταν από τα πιο διεγερτικά πράγματα που είχε διαβάσει ποτέ και ότι ήθελε να μείνει μαζί μου για να γράψει ένα μεγάλο ανατολίτικο ποίημα. Εγώ την κοίταξα με όλη την έκπληξη που είμαι ικανός να νιώσω. Τότε ακριβώς η Λάουρα έβγαλε ένα γέλιο γρήγορο σα βήχα κι άρχισε να κοιτάζει γύρω-γύρω. Στο ένα της χέρι κρατούσε το πιάτο. Στο άλλο, το τσιγάρο και το πηρούνι.
Πού στο διάολο ήταν το αυγό;


Pedro Zarraluki
Ο υπεύθυνος των βατράχων
Εκδ. Σέλας.

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2008

ΧΟΡΕΥΟΥΜΕ ΒΑΛΣ ΚΥΡΙΕ MACLEISH ;


Joan Mirό (1893-1983)


The End of the World

Quite unexpectedly, as Vasserot
The armless ambidextrian was lighting
A match between his great and second toe,
And Ralph the lion was engaged in biting
The neck of Madame Sossman while the drum
Pointed, and Teeny was about to cough
In waltz-time swinging Jocko by the thumb
Quite unexpectedly the top blew off:

And there, there overhead, there, there hung over
Those thousands of white faces, those dazed eyes,
There in the starless dark, the poise, the hover,
There with vast wings across the cancelled skies,
There in the sudden blackness the black pall
Of nothing, nothing, nothing -- nothing at all.


Archibald MacLeish (1892-1982)

---------------------------------------------

TO ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ολότελ' αναπάντεχα ακριβώς την ώρα
που ο Βασερότος αμφιδέξιος κουλοχέρης
ανάμεσα στου ποδαριού του το μεγάλο
δάχτυλο και το δεύτερο άναβε σπίρτο
και κάτω από το χτύπο του ταμπούρλου
ο Ραλφ ο λέοντας δάγκανε το σβέρκο
της κυρα-Σόσμαν και που βήχοντας ο Τήνυ ο νάνος
σε χρόνο βαλς γυρόφερνε το χιμπατζή τον Τζόκο
κρατώντας του τα δάχτυλα τότε την τέντα
ολότελ' αναπάντεχα την πήρε ο αέρας:

Κι'εκεί εκεί πάνω εκεί ψηλά από πάνω
από χιλιάδες πρόσωπα χλωμά κι' έκθαμβα μάτια
εκεί μες το άναστρο σκοτάδι κρεμασμένη
εκεί ν' αεροζυγιάζεται ν' αεροσαλεύει
μες στους χαμένους ουρανούς με διάπλατες φτερούγες
μέσα στην ξαφνικιά μαυρίλα εκεί το μαύρο κρέπι
του τίποτα του τίποτα του τίποτα του απόλυτου.

Μετάφραση Δημ.Σταύρου

Από την Ανθολογία της Ευρωπαϊκής και
Αμερικάνικης Ποίησης (επιμέλεια Κλέων Παράσχος)
εκδ. Σίμος Συμεωνίδης, Αθήνα 1962.

Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2008

HOMO UNIVERSALIS 2



Από το ντοκιμαντερ BARAKA(1992) του RON FRICKE

Τρίτη, 5 Αυγούστου 2008

HOMO UNIVERSALIS


άνθρωποι




homo politikandis


homo sub-politikandis


homo naturalis


homo philosophicus

..και καταστάσεις



























όμως αυτοί, δε φόρεσαν στη Γη

κουλούρα


ΤΟ ΚΟΥΚΙ ΚΑΙ ΤΟ ΡΕΒΥΘΙ


Η βέρα της γης


Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ο homo sapiens.
Αγάπησε πολύ μια γαλανομάτα με όμορφα
πράσινα καπούλια που την έλεγαν Γη .
Θέλησε να την παντρευτεί πριν τον προλάβει κάποιος
άλλος και την χάσει.
Έτσι την έζωσε με μια βέρα μεγάλη όσο η αγάπη του.
Η βέρα αυτή δεν ήταν σαν τις άλλες, ήταν φτιαγμένη
από πολλές χιλιάδες μάτια για να κοιτά τη Γη από παντού.
Τα μάτια-δορυφόροι, αγκάλιαζαν
την αγαπημένη του και της κρατούσαν συντροφιά
όταν εκείνος έλειπε στη δουλειά.
Η Γη όμως ένιωθε να ασφυκτιά :
με τέτοια βέρα γύρω της δεν άκουγε τ΄αστέρια.
Ζήτησε του άντρα της να χαλαρώσει λίγο τον
κλοιό του, μα εκείνος δε χαμπάριασε.
Ποτέ εδώ που τα λέμε δεν την άκουγε, μονάχα
την κοιτούσε σκεφτικά, μισόκλεινε τα μάτια γκαβλωμένος
ψάχνοντας νέους τρόπους να την πηδήξει.
Στο να τη γαμάει ήταν πραγματικά ευρηματικός.
Που λέτε η Γη, εδώ και κάποιο καιρό, σκέφτεται
σοβαρά να πάρει διαζύγιο, να τον χωρίσει τον μπαγάσα,
να τον στείλει να κάνει παρέα με τον πρώην της το Δεινόσαυρο.
Του τό πε , του το λέει κάθε μέρα,
μα όπως χωλαίνει η ακοή του δε σκαμπάζει τίποτα.
Έτσι η Γη, δεν το πάει πια συναινετικά το πράγμα,
τον μπούχτισε τον άνθρωπο και θα του κάνει έξωση
κι αν της ξεμείνει αμανάτι η βέρα, τι πειράζει;
Με τον καιρό θα την πετάξει κι΄αυτήν
είναι άλλωστε γνωστό πως των παραμυθιών οι πρωτα-
γωνιστές ζήσαν μετά καλύτερα..