Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009

Επίκαιρο και διαρκές

Σύμφωνα με τον ορισμό του Τριανταφυλλίδη, Επίκαιρο είναι αυτό που αφορά το παρόν, την παρούσα κατάσταση.
Σύμφωνα με τον Ταμπούκι, το Επίκαιρο είναι κάτι που διέρχεται, που είναι τώρα και δεν είναι αμέσως μετά.
Σκέφτομαι πως επίκαιρο είναι αυτό που τέμνει το «συνεχές» του χρόνου μας στιγμιαία.
Κάποιες φορές μας προκαλεί ισχυρές αντιδράσεις όμως μετά το ξεχνάμε γιατί είναι στη φύση του επίκαιρου να προσπεράσει.
Επίκαιρες είναι και οι τελευταίες πυρκαγιές.
Τέμνουν την καθημερινότητα και τη συνείδησή μας, προκαλούν τις αντιδράσεις μας.
Θα μας αποσχολήσουν ως τη ΔΕΘ. Ίσως και ως τις εκλογές. Μετά, θα ξεχαστούμε με κάποιο άλλο εξίσου σοβαρό επίκαιρο.
Όμως η καταστροφή δεν είναι επίκαιρη, ούτε και σταματάει αν στρέψουμε τα μάτια μας αλλού. Έχει διάρκεια.
Πώς γίνεται να αντιμετωπίζουμε το διαρκές με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζουμε το επίκαιρο;
Γιατί αυτό κάνουμε. Αλλιώς θα παίρναμε τσάπες, βαριοπούλες και τρακτέρ και θα γκρεμίζαμε όποιο νέο αυθαίρετο έκανε να ξεμυτίσει. Αλλιώς, με κάποιον τρόπο θα επιμέναμε.
Δεν επιμένουμε πραγματικά.
Η καθημερινότητα μας παρασύρει αλλού
Αφήνουμε την καταστροφή να εγκαθίσταται μέσα στο διαρκές,
επειδή ζούμε το «παιχνίδι που μας επιβάλλει το δικό μας Επίκαιρο».*

*Η φράση στα εισαγωγικά είναι από το Forbidden Games, που περιλαμβάνεται στο: Είναι αργά, όλο και πιο αργά, του Αντόνιο Ταμπούκι.
(Εκδ. Άγρα, μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης)

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009

κοάλα







Λέξεις δεν έχω. Ούτε θα ψάξω να βρω.
Νοιώθω σαν κοάλα που του κάψανε το σπίτι.
Εύχομαι κάποια μέρα να λαμπαδιάσει αυτό που
εμείς τα δίποδα αποκαλούμε πολιτισμό.
Ίσως στα αποκαϊδια του βρει χώρο να γεννηθεί
κάτι άλλο, καλύτερο.

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2009

Βίσκοβιτς


Fernando de Szyszlo

Δεν είναι και πολύ εύκολο όταν είσαι μικρόβιο. Μάλιστα, μόλις που είχα αρχίσει να συνηθίζω το όνομά μου, χωρίστηκα σε δύο μικρόβια, τον ΒΙΣΚΟ και τον ΒΙΤΣ. Φαντάσου όταν χωρίστηκα στα τέσσερα: ΒΙ, ΣΚΟ, ΒΙ, ΤΣ. Είχα γίνει κομμάτια.
[…]
Όταν άρχισαν να με αποκαλούν Β,Ι,Σ,Κ,Ο,Β,Ι,Τ,Σ, κατάλαβα πως είχε έρθει η ώρα να κάνω κάτι. Τι όμως; Κι’ ύστερα ποιος; Ήμουν μειοψηφία ακόμα και με τον ίδιο μου τον εαυτό, ο κόσμος μου έλεγε «αυτοί».
Ήταν τότε που άκουσα τη φωνή: «Β,Ι,Σ,Κ,Ο,» μου είπε, «ήρθε η ώρα να γίνεις ζώο».
«Ζώο;» Στο σημείο που βρισκόμουν θα εξέταζα οποιοδήποτε ενδεχόμενο: αυτό που για κάποιον ήταν εκφυλισμός, για κάποιον άλλον θα μπορούσε να είναι εξέλιξη.
«Δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω», ομολογήσαμε.
«Από το να είμαστε εγωιστές, γεμάτοι ιδέα για τον εαυτό μας. Γραπωνόμαστε με όλες μας τις δυνάμεις στο μικρό μας εγώ, δεν πρέπει να’ ναι δύσκολο».
Δοκιμάσαμε. Ό,τι είχε απομείνει από μένα μέσα στα οκτώ μικρόβια, ένιωσε ένα ανατρίχιασμα υπερηφάνειας, μια αύξηση του κολλώδους και με μια ηρωϊκή προσπάθεια συγκεντρώθηκε σε ένα πλασμώδιο. Αυτός ήταν ο πρώτος πολυκυτταρικός οργανισμός, πιστεύω, αυτό ήταν το πρώτο πραγματικό εγώ. Δηλαδή εγώ, ο Βίσκοβιτς.
«Και τώρα;» ρώτησα.
«Χμ…. τώρα θα πρέπει να μάθεις να σκοτώνεις και να καταβροχθίζεις το πλησίον σου. Έτσι όπως έχεις χοντρύνει, δεν πρέπει να υπάρχει πρόβλημα».
«Δηλαδή άλλους ζώντες οργανισμούς;»
«Ζώντες μέχρι να τους σκοτώσεις, Βίσκο. Δεν υπάρχει τίποτα το κακό σ’ αυτό: ονομάζεται ετερότροφη ζωή».
Δεν φαινόταν επικίνδυνο.
[…]
«Και τώρα;»
«Τώρα θα πρέπει να κάνεις εκείνο το… πράγμα… Να, πώς να σ’ το πω… να ενώνεσαι μ’ έναν άλλον οργανισμό και να ανασυντίθεσαι. Βρες κάποιον που να σ’ αρέσει κι αντάλλαξτε λίγο DNA».
«Μα…»
«Δεν υπάρχει τίποτα το χυδαίο σε αυτό, Βίσκο, ακολούθησε την καρδιά σου».
Φαντάστηκα ότι αναφερόταν στον ΒΙΤΣ, στα τέσσερα κύτταρα που μετατοπιζόντουσαν στο κέντρο της σαρκίνης μου. Με λίγη φαντασία θα μπορούσες να το θεωρήσεις αυτό καρδιά. Άφησα ελεύθερο το Β και κοίταξα να δω πού θα πάει. Άρχισε αμέσως να προσπαθεί να την κοπανήσει, να απομακρυνθεί με συστροφές και κάμψεις του πλάσματος. Το ακολούθησα κωπηλατώντας με τους κροσσούς μέχρι τη στιγμή που το είδα να φτάνει σε μια λευκωματινοειδή ζελατίνη αργυρόχρωμων μυκοπλασμάτων που περιβάλλονταν από μακριούς κυματωειδείς κροσσούς και πορφυρές φούντες. Σ’ εκείνο το σημείο χάθηκαν τα ίχνη του.
«Ε! Εσύ, ζελατίνη!» φώναξα. «Κάνω λάθος ή μήπως μου έχεις πάρει την καρδιά;»
«Εδώ οι καρδιές πάνε κι ‘έρχονται», γέλασε σαρκαστικά η πλανεύτρα. «Πώς ακριβώς ήταν η δική σου;»
«Ένα σφαιρικό μυκόπλασμα, μάλλον ελαστικό και ευλίγιστο, τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε την τελευταία φορά που άκουσα τους παλμούς του».
«Μπορείς να την πάρεις πίσω, να θέλεις. Θα πρέπει όμως να έρθεις εδώ να την παραλάβεις πλασμώδιο».
«Πλασμώδιο είναι ο μορφότυπος μου. Το όνομά μου είναι Βίσκοβιτς».
Την πλεύρισα προσεκτικά και κόλλησα πάνω στην κολλώδη μάζα της, μετά γύρισα προς τα μέσα το Ι, το πότισα και το άφησα να βυθιστεί στο σώμα της τύπισσας μέχρι που να βρει τον δραπέτη σύντροφό του. Με τα πολλά, στο τέλος έχασα και το Ι, που πετάχτηκε έξω και βυθίστηκε, πλάσμα και περίπλασμα μέσα στο δικό της ΟΥ.
Έτσι ανακάλυψα το σεξ. Ήμουν βέβαια λίγο αδέξιος αλλά είχα βάλει όλη μου την καρδιά. Ρώτησα τη ζελατίνα πώς της φάνηκε.
«Πώς είπες, σεξ;» ξέσπασε σε γέλια, τρέμοντας ολόκληρη.
«Σεξ το λές εσύ αυτό;» Συνέχισε να ξεκαρδίζεται στα γέλια, μετά έκανε μια σύσπαση και απομακρύνθηκε δίχως ν’ αφήσει ίχνη, αφήνοντάς με εκεί, με την καρδιά κομμάτια.
Πόσο πονούσε εκείνο το κενό, εκείνη η δίνη στο κέντρο του είναι μου. Όχι βέβαια πως το Βίσκοβιτς ήταν άσχημο όνομα, να λέμε την αλήθεια. Ήταν όμως το όνομα ενός πληγωμένου πλασμώδιου, ενός ζώου που του είχαν στερήσει το ίδιο του το εγώ. Αποφάσισα να φτιάξω ένα κλουβί από μουρεϊνη γύρω από ό,τι είχε απομείνει από κείνη την καρδιά.
«Μην το κάνεις, Βίσκο», με προειδοποίησε η φωνή.
«Πάλι εσύ!» ξέσπασα. «Μπορώ να μάθω μια και καλή ποιος διάβολος είσαι;»
«Εγώ είμαι… το Πρωταρχικό Μικρόβιο, το Πρώτο κύτταρο, απ’ όπου γεννηθήκατε όλοι εσείς, το εγώ που σας συμπεριλαμβάνει όλους. Μπορείς να με λες Βι».
«Βι;»
«Ναι, το Β του ΒΙΣΚΟ, του μυαλού σου, το Βι του ΒΙΤΣ, της καρδιάς σου, το ΒΙ του σπόρου που έσπειρες, το ΒΙ όλης της ζωής, παιδί μου».
«Για δες, για δες…» Είχε κάποια λογική αυτό που έλεγε, ίσως είχε μείνει κάτι μέσα μου απ’ αυτό το πρώτο μικρόβιο. Ίσως είχε μείνει και στους άλλους.
«Δηλαδή το πλάσμα σου βρίσκεται μέσα σε όλους, ακόμα και μέσα σ’ εκείνη τη Λιούμπα, για να πούμε και ένα όνομα».
«Ακριβώς. Και σου υπόσχομαι κάτι. Θα την ξαναβρείς, Βίσκο, θα την ξαναβρείς. Και ίσως τα πράγματα πάνε λίγο καλύτερα. Ίσως.»
«Και ίσως βρισκόσουν και μέσα στον Τζούκοτιτς, τον Πέτροβιτς και το Λόπεζ».
«Ναι! Και συνεχίζω να είμαι. Θα τους συναντήσειςκαι αυτούς ξανά, Βίσκο, έχω φαντασία εγώ, ξέρεις…»
«Θέλεις να τους εξελίξεις κι’ αυτούς;»
«Όχι «εξέλιξη». Δε μ’ αρέσει αυτή η λέξη. Αυτό που είναι διασκεδαστικό είναι να «αλλάζεις», Βίσκοβιτς.
«Μια στιγμή, με φώναξες Βίσκοβιτς, αν και ξέρεις ότι αυτό το όνομα δεν έχει πια νόημα».
«Ξέρω εγώ τι λέω. Κοίταξε μέσα στην καρδιά σου και θα δεις ότι έχω δίκιο. Άντε, λοιπόν, μη φοβάσαι. Δεν είναι εξετάσεις…»
Διπλώθηκα πάνω στον εαυτό μου, υδρόλυσα τα πολυσακχαρίδια και κρυφοκοίταξα. Όπως ήταν φυσικό, είδα μόνο το Τ και τo Σ. Με τη μόνη διαφορά πως κατά τη διάρκεια της στενής εκείνης επαφής το Β και το Ι του ΒΙΣΚΟ άρχισαν να προσεγγίζουν το ένα το άλλο. Να διπλασιάζονται, να διλοβίζονται, να συνωμοτούν και να διχοτομούνται. Λίγα λεπτά αργότερα, η αναγέννηση είχε τελειώσει κι εγώ βρέθηκα μπροστά του, στον ΒΙΤΣ.
«Μήπως είμαι εγώ;» στρίγκλισα. Ήμουνα και πάλι εγώ, το παλιό γνώριμο ζώο κι ένιωθα καλύτερα από ποτέ. Ωραία, είπα. Μια χαρά, τώρα δε με σταματάει κανείς, ήρθε η ώρα να δώσω σε όλους ένα καλό μάθημα, οικοσύστημα κλέφτη. Ξέσπασα σε γέλια και σε κλάματα, σαν παιδάκι. Ήμουνα σίγουρος πως από τα αλμυρά μου δάκρυα θα ξεκινούσε η θάλασσα, μάλιστα κύριε, και από εκεί πάλι θα ξεκινούσε η ζωή, η πραγματική ζωή…
«Μπράβο, τώρα είσαι ένα ζώο», με συνεχάρηκε η φωνή.
«Μένει όμως να μάθεις κάτι ακόμα».
«Σαν τι, δηλαδή; Τη μίτωση; Τη ζύμωση; Την οντογέννηση;»
«Το θάνατο, Βίσκο».
«Θα αστειεύεσαι!»
«Δεν είσαι πια μικρόβιο, Βίσκο. Τα ζώα πεθαίνουν».
«Μια στιγμή, φίλε, μια στιγμή… Θες να πεις ότι πρέπει να παραιτηθώ από όλα;»
«Από όλα».

Απόσπασμα από το βιβλίο του Alessandro Boffa
Eίσαι ένα κτήνος, Βίσκοβιτς
Εκδ. Αιώρα
Μετάφραση Ρούλα Στράτου.