Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Σανκάρα


Ο Τομά Σανκάρα άλλαξε το όνομα της Άνω Βόλτα. Η παλιά γαλλική αποικία μετονομάστηκε Μπουρκίνα Φάσο, γη των ενάρετων ανθρώπων.
Μετά από την μακρόχρονη αποικιοκρατία, οι ενάρετοι άνθρωποι κληρονόμησαν μια έρημο: εξαντλημένη γη, ξεραμένα ποτάμια, αποδεκατισμένα δάση. Ένα στα δύο νεογέννητα δεν ξεπερνούσε τους τρεις μήνες ζωής.
Εκείνος που έφερε την αλλαγή ήταν ο Σανκάρα. Ο λαός έβαλε τα δυνατά του να πολλαπλασιαστούν τα τρόφιμα, να καταπολεμηθεί ο αναλφαβητισμός, να αναστηθούν τα δάση της χώρας και να προστατέψει το νερό, το σπάνιο και ιερό αυτό αγαθό.
Η φωνή του Σανκάρα αντήχησε από την Αφρική σε ολόκληρο τον κόσμο: "Από τα μυθικά ποσά που ξοδεύονται για την αναζήτηση ζωής σε άλλους πλανήτες, προτείνουμε να προοριστεί τουλάχιστον ένα τοις εκατό για να σωθεί η ζωή σε τούτον τον πλανήτη".
"Η παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μας αρνούνται τους πόρους για να βρούμε νερό στα εκατό μέτρα, αλλά διατίθενται να σκάψουν πηγάδια τριών χιλιάδων μέτρων για την εξαγωγή πετρελαίου".
"Θέλουμε να δημιουργήσουμε έναν νέο κόσμο. Αρνούμαστε να διαλέξουμε ανάμεσα στην Κόλαση και το Καθαρτήριο".
"Καταγγέλουμε τον εγωϊσμό των ανθρώπων που προξενεί τη δυστυχία του πλησίον τους. Παραμένει ατιμώρητος, ενώ στον  κόσμο καταστρέφεται η βιόσφαιρα από τις δολοφονικές επιθέσεις που δέχεται το έδαφος και ο αέρας".
Το 1987, η αποκαλούμενη διεθνής κοινότητα αποφάσισε να απαλλαχθεί από τον νέο Λουμούμπα.
Η δουλειά ανατέθηκε στον Μπλεζ Καμπαορέ, τον καλύτερό του φίλο.
Η ανταμοιβή για το έγκλημά του ήταν η εξουσία εφ' όρου ζωής.

αντί για ισόβια κάθειρξη, ισόβια προεδρία

Εντουάρντο Γκαλεάνο
Καθρέφτες

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Κάπα


Το κάπα είναι γραμμένο το 1927, τη χρονιά που ο Ακουταγκάουα αυτοκτόνησε.
Για την δική του εποχή, η νουβέλα κινείται στα όρια της επιστημονικής φαντασίας.
Στη δική μας εποχή, το παρακάτω απόσπασμα θα ονομαζόταν μάλλον καυστική σάτιρα.


 Ριουνοσούκε Ακουταγκάουα, 1892-1927


...Το αποτέλεσμα βέβαια είναι ότι, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις έχασαν πρόσφατα τις δουλειές τους γύρω στα σαράντα με πενήντα χιλιάδες άτομα. Παρόλ αυτά, δεν είχα συναντήσει ακόμα τη λέξη "απεργία" σ' αυτόν τον τόπο, όσο και κι αν φυλλομετρούσα ανυπόμονα τις εφημερίδες κάθε πρωί. Ήταν κάτι που μου φαινόταν μάλλον περίεργο και δυσεξήγητο. Έτσι, σε μια άλλη περίπτωση που ήμουν καλεσμένος στο σπίτι του Γκάελ, πάλι παρέα με τον Πεκ και τον Τσακ, βρήκα την ευκαιρία να ρωτήσω γιατί.
"Μα επειδή τρώγονται!"
Ο Γκάελ ήταν εκείνος που απάντησε. Το είπε με τον πιο φυσικό τρόπο, ανάμεσα σε δυο ρουφηξιές καπνού από το πούρο του.
Αυτό το "τρώγονται" δεν μπορώ να πω ότι κατάλαβα ακριβώς τι σήμαινε. Ο Τσακ όμως, με το γνωστό μονόκλ του, φαίνεται πως πρόσεξε το απορημένο μου ύφος κι έσπευσε να μου εξηγήσει.
"Αυτό που ήθελε να πει ο Γκάελ ήταν ότι σφάζουμε όσους εργάτες χάνουν τη δουλειά τους και χρησιμοποιούμε τη σάρκα τους για κρέας. Να, εδώ έχω μια εφημερίδα. Για να δούμε αν γράφει τίποτε σχετικό. Να! Άκου! " Ο αριθμός νέων ανέργων αυτό το μήνα έφτασε τους 64.769. Αντίστοιχη πτώση παρατηρήθηκε και στην τιμή του κρέατος".
"Καλά, και οι εργαζόμενοι δέχονται μια τέτοια κατάσταση χωρίς να διαμαρτύρονται; Να οδηγούνται στο..."
"Δεν θ' άλλαζε τίποτε, όση φασαρία κι αν έκαναν. Η σφαγή του εργαζόμενου προβλέπεται με ειδικό άρθρο στο σύνταγμά μας".
Αυτά τα τελευταία λόγια ανήκαν στον Πεπ, που έκανε μια γκριμάτσα πίσω από μια γλάστρα. Φυσικό ήταν να νιώσω ναυτία με όσα είχα ακούσει. Ο Γκάελ όμως, ο οικοδεσπότης μου (απ' αυτόν ίσως το περίμενε κανείς), ο Πεπ και ο Τσακ έδειχναν να το αντιμετωπίζουν σαν κάτι το απόλυτα φυσιολογικό. Ο Τσακ μάλιστα ήταν εκείνος που, μ' ένα χαμόγελο και έναν κοροϊδευτικό τόνο στη φωνή του, έκανε σαφή την αδιαφορία τους:
"Με μια τέτοια τακτική, βλέπεις, η Πολιτεία γλιτώνει τον πολίτη απ' το άγχος της αυτοκτονίας ή της λιμοκτονίας. Μια εισπνοή από δηλητηριώδες αέριο... κι αυτό είναι όλο. Ούτε πόνος, ούτε τίποτε".

Ριουνοσούκε Ακουταγκάουα
Κάπα
εκδ. Καστανιώτη

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

Κασσάνδρα


κάτω απ' την επιφάνεια
κοχλάζει τυφλός
ο θυμός του αδιέξοδου

σκάει στο έδαφος
με κάθε αυτόχειρα η απελπισία
χειροβομβίδα που αυτοαναφλέχτηκε

σε λίγο όμως όχι πια

Ανεβαίνει από τα βάθη
είναι τυφλό, είναι άγριο
λυσσασμένο απ' τις πληγές του
χτυπιέται μες  τις αλυσίδες του
Ανεβαίνει
είναι άναρθρο, ορμητικό
είναι έτοιμο να υπερχειλίσει
Πλησιάζει
θα σαρώσει
Έρχεται