Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γαλαξιακοί άνεμοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γαλαξιακοί άνεμοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Αυγούστου 2009

Βίσκοβιτς


Fernando de Szyszlo

Δεν είναι και πολύ εύκολο όταν είσαι μικρόβιο. Μάλιστα, μόλις που είχα αρχίσει να συνηθίζω το όνομά μου, χωρίστηκα σε δύο μικρόβια, τον ΒΙΣΚΟ και τον ΒΙΤΣ. Φαντάσου όταν χωρίστηκα στα τέσσερα: ΒΙ, ΣΚΟ, ΒΙ, ΤΣ. Είχα γίνει κομμάτια.
[…]
Όταν άρχισαν να με αποκαλούν Β,Ι,Σ,Κ,Ο,Β,Ι,Τ,Σ, κατάλαβα πως είχε έρθει η ώρα να κάνω κάτι. Τι όμως; Κι’ ύστερα ποιος; Ήμουν μειοψηφία ακόμα και με τον ίδιο μου τον εαυτό, ο κόσμος μου έλεγε «αυτοί».
Ήταν τότε που άκουσα τη φωνή: «Β,Ι,Σ,Κ,Ο,» μου είπε, «ήρθε η ώρα να γίνεις ζώο».
«Ζώο;» Στο σημείο που βρισκόμουν θα εξέταζα οποιοδήποτε ενδεχόμενο: αυτό που για κάποιον ήταν εκφυλισμός, για κάποιον άλλον θα μπορούσε να είναι εξέλιξη.
«Δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω», ομολογήσαμε.
«Από το να είμαστε εγωιστές, γεμάτοι ιδέα για τον εαυτό μας. Γραπωνόμαστε με όλες μας τις δυνάμεις στο μικρό μας εγώ, δεν πρέπει να’ ναι δύσκολο».
Δοκιμάσαμε. Ό,τι είχε απομείνει από μένα μέσα στα οκτώ μικρόβια, ένιωσε ένα ανατρίχιασμα υπερηφάνειας, μια αύξηση του κολλώδους και με μια ηρωϊκή προσπάθεια συγκεντρώθηκε σε ένα πλασμώδιο. Αυτός ήταν ο πρώτος πολυκυτταρικός οργανισμός, πιστεύω, αυτό ήταν το πρώτο πραγματικό εγώ. Δηλαδή εγώ, ο Βίσκοβιτς.
«Και τώρα;» ρώτησα.
«Χμ…. τώρα θα πρέπει να μάθεις να σκοτώνεις και να καταβροχθίζεις το πλησίον σου. Έτσι όπως έχεις χοντρύνει, δεν πρέπει να υπάρχει πρόβλημα».
«Δηλαδή άλλους ζώντες οργανισμούς;»
«Ζώντες μέχρι να τους σκοτώσεις, Βίσκο. Δεν υπάρχει τίποτα το κακό σ’ αυτό: ονομάζεται ετερότροφη ζωή».
Δεν φαινόταν επικίνδυνο.
[…]
«Και τώρα;»
«Τώρα θα πρέπει να κάνεις εκείνο το… πράγμα… Να, πώς να σ’ το πω… να ενώνεσαι μ’ έναν άλλον οργανισμό και να ανασυντίθεσαι. Βρες κάποιον που να σ’ αρέσει κι αντάλλαξτε λίγο DNA».
«Μα…»
«Δεν υπάρχει τίποτα το χυδαίο σε αυτό, Βίσκο, ακολούθησε την καρδιά σου».
Φαντάστηκα ότι αναφερόταν στον ΒΙΤΣ, στα τέσσερα κύτταρα που μετατοπιζόντουσαν στο κέντρο της σαρκίνης μου. Με λίγη φαντασία θα μπορούσες να το θεωρήσεις αυτό καρδιά. Άφησα ελεύθερο το Β και κοίταξα να δω πού θα πάει. Άρχισε αμέσως να προσπαθεί να την κοπανήσει, να απομακρυνθεί με συστροφές και κάμψεις του πλάσματος. Το ακολούθησα κωπηλατώντας με τους κροσσούς μέχρι τη στιγμή που το είδα να φτάνει σε μια λευκωματινοειδή ζελατίνη αργυρόχρωμων μυκοπλασμάτων που περιβάλλονταν από μακριούς κυματωειδείς κροσσούς και πορφυρές φούντες. Σ’ εκείνο το σημείο χάθηκαν τα ίχνη του.
«Ε! Εσύ, ζελατίνη!» φώναξα. «Κάνω λάθος ή μήπως μου έχεις πάρει την καρδιά;»
«Εδώ οι καρδιές πάνε κι ‘έρχονται», γέλασε σαρκαστικά η πλανεύτρα. «Πώς ακριβώς ήταν η δική σου;»
«Ένα σφαιρικό μυκόπλασμα, μάλλον ελαστικό και ευλίγιστο, τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε την τελευταία φορά που άκουσα τους παλμούς του».
«Μπορείς να την πάρεις πίσω, να θέλεις. Θα πρέπει όμως να έρθεις εδώ να την παραλάβεις πλασμώδιο».
«Πλασμώδιο είναι ο μορφότυπος μου. Το όνομά μου είναι Βίσκοβιτς».
Την πλεύρισα προσεκτικά και κόλλησα πάνω στην κολλώδη μάζα της, μετά γύρισα προς τα μέσα το Ι, το πότισα και το άφησα να βυθιστεί στο σώμα της τύπισσας μέχρι που να βρει τον δραπέτη σύντροφό του. Με τα πολλά, στο τέλος έχασα και το Ι, που πετάχτηκε έξω και βυθίστηκε, πλάσμα και περίπλασμα μέσα στο δικό της ΟΥ.
Έτσι ανακάλυψα το σεξ. Ήμουν βέβαια λίγο αδέξιος αλλά είχα βάλει όλη μου την καρδιά. Ρώτησα τη ζελατίνα πώς της φάνηκε.
«Πώς είπες, σεξ;» ξέσπασε σε γέλια, τρέμοντας ολόκληρη.
«Σεξ το λές εσύ αυτό;» Συνέχισε να ξεκαρδίζεται στα γέλια, μετά έκανε μια σύσπαση και απομακρύνθηκε δίχως ν’ αφήσει ίχνη, αφήνοντάς με εκεί, με την καρδιά κομμάτια.
Πόσο πονούσε εκείνο το κενό, εκείνη η δίνη στο κέντρο του είναι μου. Όχι βέβαια πως το Βίσκοβιτς ήταν άσχημο όνομα, να λέμε την αλήθεια. Ήταν όμως το όνομα ενός πληγωμένου πλασμώδιου, ενός ζώου που του είχαν στερήσει το ίδιο του το εγώ. Αποφάσισα να φτιάξω ένα κλουβί από μουρεϊνη γύρω από ό,τι είχε απομείνει από κείνη την καρδιά.
«Μην το κάνεις, Βίσκο», με προειδοποίησε η φωνή.
«Πάλι εσύ!» ξέσπασα. «Μπορώ να μάθω μια και καλή ποιος διάβολος είσαι;»
«Εγώ είμαι… το Πρωταρχικό Μικρόβιο, το Πρώτο κύτταρο, απ’ όπου γεννηθήκατε όλοι εσείς, το εγώ που σας συμπεριλαμβάνει όλους. Μπορείς να με λες Βι».
«Βι;»
«Ναι, το Β του ΒΙΣΚΟ, του μυαλού σου, το Βι του ΒΙΤΣ, της καρδιάς σου, το ΒΙ του σπόρου που έσπειρες, το ΒΙ όλης της ζωής, παιδί μου».
«Για δες, για δες…» Είχε κάποια λογική αυτό που έλεγε, ίσως είχε μείνει κάτι μέσα μου απ’ αυτό το πρώτο μικρόβιο. Ίσως είχε μείνει και στους άλλους.
«Δηλαδή το πλάσμα σου βρίσκεται μέσα σε όλους, ακόμα και μέσα σ’ εκείνη τη Λιούμπα, για να πούμε και ένα όνομα».
«Ακριβώς. Και σου υπόσχομαι κάτι. Θα την ξαναβρείς, Βίσκο, θα την ξαναβρείς. Και ίσως τα πράγματα πάνε λίγο καλύτερα. Ίσως.»
«Και ίσως βρισκόσουν και μέσα στον Τζούκοτιτς, τον Πέτροβιτς και το Λόπεζ».
«Ναι! Και συνεχίζω να είμαι. Θα τους συναντήσειςκαι αυτούς ξανά, Βίσκο, έχω φαντασία εγώ, ξέρεις…»
«Θέλεις να τους εξελίξεις κι’ αυτούς;»
«Όχι «εξέλιξη». Δε μ’ αρέσει αυτή η λέξη. Αυτό που είναι διασκεδαστικό είναι να «αλλάζεις», Βίσκοβιτς.
«Μια στιγμή, με φώναξες Βίσκοβιτς, αν και ξέρεις ότι αυτό το όνομα δεν έχει πια νόημα».
«Ξέρω εγώ τι λέω. Κοίταξε μέσα στην καρδιά σου και θα δεις ότι έχω δίκιο. Άντε, λοιπόν, μη φοβάσαι. Δεν είναι εξετάσεις…»
Διπλώθηκα πάνω στον εαυτό μου, υδρόλυσα τα πολυσακχαρίδια και κρυφοκοίταξα. Όπως ήταν φυσικό, είδα μόνο το Τ και τo Σ. Με τη μόνη διαφορά πως κατά τη διάρκεια της στενής εκείνης επαφής το Β και το Ι του ΒΙΣΚΟ άρχισαν να προσεγγίζουν το ένα το άλλο. Να διπλασιάζονται, να διλοβίζονται, να συνωμοτούν και να διχοτομούνται. Λίγα λεπτά αργότερα, η αναγέννηση είχε τελειώσει κι εγώ βρέθηκα μπροστά του, στον ΒΙΤΣ.
«Μήπως είμαι εγώ;» στρίγκλισα. Ήμουνα και πάλι εγώ, το παλιό γνώριμο ζώο κι ένιωθα καλύτερα από ποτέ. Ωραία, είπα. Μια χαρά, τώρα δε με σταματάει κανείς, ήρθε η ώρα να δώσω σε όλους ένα καλό μάθημα, οικοσύστημα κλέφτη. Ξέσπασα σε γέλια και σε κλάματα, σαν παιδάκι. Ήμουνα σίγουρος πως από τα αλμυρά μου δάκρυα θα ξεκινούσε η θάλασσα, μάλιστα κύριε, και από εκεί πάλι θα ξεκινούσε η ζωή, η πραγματική ζωή…
«Μπράβο, τώρα είσαι ένα ζώο», με συνεχάρηκε η φωνή.
«Μένει όμως να μάθεις κάτι ακόμα».
«Σαν τι, δηλαδή; Τη μίτωση; Τη ζύμωση; Την οντογέννηση;»
«Το θάνατο, Βίσκο».
«Θα αστειεύεσαι!»
«Δεν είσαι πια μικρόβιο, Βίσκο. Τα ζώα πεθαίνουν».
«Μια στιγμή, φίλε, μια στιγμή… Θες να πεις ότι πρέπει να παραιτηθώ από όλα;»
«Από όλα».

Απόσπασμα από το βιβλίο του Alessandro Boffa
Eίσαι ένα κτήνος, Βίσκοβιτς
Εκδ. Αιώρα
Μετάφραση Ρούλα Στράτου.

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2008

ΧΟΡΕΥΟΥΜΕ ΒΑΛΣ ΚΥΡΙΕ MACLEISH ;


Joan Mirό (1893-1983)


The End of the World

Quite unexpectedly, as Vasserot
The armless ambidextrian was lighting
A match between his great and second toe,
And Ralph the lion was engaged in biting
The neck of Madame Sossman while the drum
Pointed, and Teeny was about to cough
In waltz-time swinging Jocko by the thumb
Quite unexpectedly the top blew off:

And there, there overhead, there, there hung over
Those thousands of white faces, those dazed eyes,
There in the starless dark, the poise, the hover,
There with vast wings across the cancelled skies,
There in the sudden blackness the black pall
Of nothing, nothing, nothing -- nothing at all.


Archibald MacLeish (1892-1982)

---------------------------------------------

TO ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ολότελ' αναπάντεχα ακριβώς την ώρα
που ο Βασερότος αμφιδέξιος κουλοχέρης
ανάμεσα στου ποδαριού του το μεγάλο
δάχτυλο και το δεύτερο άναβε σπίρτο
και κάτω από το χτύπο του ταμπούρλου
ο Ραλφ ο λέοντας δάγκανε το σβέρκο
της κυρα-Σόσμαν και που βήχοντας ο Τήνυ ο νάνος
σε χρόνο βαλς γυρόφερνε το χιμπατζή τον Τζόκο
κρατώντας του τα δάχτυλα τότε την τέντα
ολότελ' αναπάντεχα την πήρε ο αέρας:

Κι'εκεί εκεί πάνω εκεί ψηλά από πάνω
από χιλιάδες πρόσωπα χλωμά κι' έκθαμβα μάτια
εκεί μες το άναστρο σκοτάδι κρεμασμένη
εκεί ν' αεροζυγιάζεται ν' αεροσαλεύει
μες στους χαμένους ουρανούς με διάπλατες φτερούγες
μέσα στην ξαφνικιά μαυρίλα εκεί το μαύρο κρέπι
του τίποτα του τίποτα του τίποτα του απόλυτου.

Μετάφραση Δημ.Σταύρου

Από την Ανθολογία της Ευρωπαϊκής και
Αμερικάνικης Ποίησης (επιμέλεια Κλέων Παράσχος)
εκδ. Σίμος Συμεωνίδης, Αθήνα 1962.

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2008

ΤΟ ΕΝΑ ΡΕΕΙ, ΤΟ ΔΥΟ ΑΠΟΡΡΕΕΙ..


Egon Sciele, four trees

ΑΠ’ ΤΙΣ ΑΓΓΕΛΙΚΕΣ ΜΟΥ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(απόσπασμα)

Κοπέρνικος 9: Συναντούμε δυσχέρειες.
Δεν κάνουν έρωτα στην Αφροδίτη.

VENUS..............
ΔΕΝ
ΑΡΗΣ.................ΔΕΝ
ΔΙΑΣ .................ΔΕΝ
Ω, ΜΗ................ΔΕΝ
ΜΗΔΕΝ
ΟΛΟΝΕΝ
Βραζιλία-Αγγλία 1-0

Έξω-μέσα:
Ούτε-ούτε.

Τηλεόραση. «Φορέστε τα καλά σας.
Ο ρόλος της εκφωνήτριας είναι κυριακάτικος».

Πρέπει να θανατώσουμε τις κοσμοθεωρίες.
Είναι όλες μητρομανείς.

Νίκος Καρούζος,
Τα ποιήματα Α΄ (1961-1978)
Εκδ. Ίκαρος


Δευτέρα 16 Ιουνίου 2008

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ 3


a small bubble of life

Πέρα μακριά στα αχαρτογράφητα τέλματα της πιο
μπανάλ περιοχής του Δυτικού Σπειροειδούς βραχίονα του Γαλαξία βρίσκεται ένας μικρός, ασήμαντος, κίτρινος ήλιος.
Γύρω απ' αυτό τον ήλιο, σε μια απόσταση περίπου είκοσι δύο εκατομμυρίων μιλίων, γυρίζει ένας εντελώς ασήμαντος, μικρός, γαλαζοπράσινος πλανήτης, που οι κάτοικοι του, μια μορφή ζωής που κατάγεται από τους πιθήκους, είναι τόσο πρωτόγονοι που πιστεύουν ακόμη πως τα ψηφιακά ρολόγια είναι μια πανέξυπνη ιδέα.
Αυτός ο πλανήτης έχει - ή μάλλον είχε- ένα πρόβλημα, που ήταν το εξής: οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που ζούσαν σ' αυτόν ήταν συνήθως δυστυχισμένοι. Πολλές λύσεις είχαν προταθεί γι΄αυτό το πρόβλημα, αλλά οι περισσότερες ασχολούνταν με τη διακίνηση μικρών πράσινων χαρτιών, πράγμα παράξενο, γιατί βασικά δεν ήταν τα μικρά πράσινα χαρτιά που ήταν δυστυχισμένα.
Κι΄έτσι το πρόβλημα παρέμεινε΄ πολλοί άνθρωποι είχαν τα χάλια τους και οι περισσότεροι ήταν αξιοθρήνητοι, ακόμη κι αυτοί με τα ψηφιακά ρολόγια.
Όλο και πιο πολλοί ήταν της γνώμης πως ήταν ένα μεγάλο λάθος που κατέβηκαν από τα δέντρα. Και μερικοί έλεγαν πως ακόμα και τα δέντρα ήταν μια άσχημη κίνηση και πως δεν
έπρεπε καν να έχουν βγει από τους ωκεανούς.
Και τότε, μια Πέμπτη, κάπου δυο χιλιάδες χρόνια από τότε που είχαν καρφώσει κάποιον σ' ένα δέντρο επειδή είπε πόσο ωραία θα ήταν αν άρχιζαν να φέρονται καλά ο ένας στον άλλον, έτσι για αλλαγή, μια κοπέλα που καθόταν μόνη της σ' ένα μικρό καφενείο στο Ρίκμανσοθωρθ ξαφνικά κατάλαβε τι ήταν αυτό που δεν πήγαινε καλά τόσο καιρό, και πως θα μπορούσε ο κόσμος να γίνει ένα ωραίο κι ευτυχισμένο μέρος για όλους. Αυτή τη φορά είχε βρει το σωστό πράγμα που θα λειτουργούσε, χωρίς να χρειάζεται να καρφωθεί κανείς πουθενά.
Δυστυχώς όμως, προτού προλάβει να φτάσει στο τηλέφωνο και να ειδοποιήσει κάποιον, μια τρομερή, ηλίθια καταστροφή συνέβη και η ιδέα της χάθηκε για πάντα...

Douglas Adams, Γυρίστε το Γαλαξία με Ωτο-στόπ, εκδ. Ars Longa.