
Είχε αέρα, έναν αέρα του ατλαντικού, κι έλεγα μέσα μου πως στο τέρμα της λεωφόρου υπήρχε η θάλασσα. Γλάροι πετούσαν από πάνω μου. Στην πλατεία Αλμά η μπόρα έγινε πιο δυνατή και κάθισα σ' ένα από τα λίγα αδειανά τραπεζάκια του Σε Φρανσίς, μεσ' απ' τη τζαμαρία. Ήρθε το γκαρσόνι για την παραγγελία. Δεν είχα πια πεντάρα στην τσέπη μου.
-Κάποιον περιμένω.
Κι' ήταν, στο κάτω-κάτω αλήθεια. Κάποιον περίμενα. Στην άλλη μεριά της πλατείας τα κάγκελα του μικρού κήπου άστραφταν κάτω απ' τη βροχή. Τώρα θα είχε σίγουρα ξυπνήσει. Αρκούσε να κάνω μερικά βήματα και να χτυπήσω το κουδούνι της εξώπορτας. Θέλησα όμως να μείνει η ζωή μου ακόμη μια στιγμή αιωρούμενη στο καφενείο τούτο, μέσα στις φωνές και στο κουβεντολόι και στις ανταύγειες της βροχής πάνω στο τζάμι και στο πεζοδρόμιο. Περίμενα να σκοτεινιάσει και ν' ανάψουν τα φώτα. Και νομίζω πως θα΄μενα για πολύ ακόμη στο τραπεζάκι εκείνο, μισοναρκωμένος, αν δεν υποκλινόταν ξανά το γκαρσόνι μπροστά μου:
-Εξακολουθείτε να περιμένετε κάποιον;
Είχε στη φωνή του τόση ειρωνεία, ώστε σηκώθηκα. Έξω δεν έβρεχε πια. Στάθηκα μπροστά στο κιόσκι και διάλεξα μια εφημερίδα. Αυτό το πρόσχημα είχα χρησιμοποιήσει για να μπορέσω να βγω απ' το διαμέρισμα και δεν ήθελα να φανώ ψεύτης.
Πατρικ Μοδιανό
Η Χαμένη Γειτονιά
Εκδ. Χατζηνικολή.
