
Παρακαλώ, τον ήχο δυνατά!


[ Πολύ φοβάμαι πως ξημέρωσε
……….αγαπητοί κύριοι.]
56. Ραγκόζιν, πού είναι η Ναστάζια Φιλίποβ-
να; Να το σκεφτούμε. Νά ένα καλό ερώτημα, μά
την αλήθεια (ποια αλήθεια π ι α ; ) Ιδού κι η
απόληξη της διαδρομής: ο άγγελος (περίπου) και
ο δαίμονας (περίπου) θα πλαγιάσουν πλάι στη
δολοφονημένη – και ολάκερος ο θαυμαστός και-
νούργιος κόσμος αποστρέφει το κεφάλι. Το πτώ-
μα θα μυρίσει – γιατί ο άνθρωπος σαπίζει. Τίπο-
τε περισσότερο. Η τρέλλα είναι η μεγάλη ανθρώ-
πινη απόληξη. Ο Ντοστογιέφσκι είναι μονάχα η
ανθρωπιά της τρέλας, η ανθρωπιά του φόνου, η
ανθρωπιά του να βλέπεις τον κόσμο με γυμνά
μάτια.
57. Η νύχτα αυξάνεται. Είμαστε πλασμένοι
για την αγάπη. Διαβάζω τις μαρτυρίες από τα
δίδυμα του Μέγκελε – τα παιδιά στα οποία ο
Μέγκελε έκανε ευγονικά πειράματα. Ο Μέγκελε
μας αγαπούσε- τον είχαμε για πατέρα μας. Η
Κόλαση είναι μια θρησκευτική εφεύρεση – οι αν-
θρωποι καίγονται από τους ανθρώπους, μόνο από
τους ανθρώπους. Εντωμεταξύ η αγάπη.
58. Η αγάπη στο στομάχι της Κόλασης. Μια
αστραπή στο δόντι του σκύλου. Μια αστραπή
στο δόντι του ήσκιου (που κάποτε ή τ α ν ο
σκύλος). Να ξαναδιαβάζεις τα βιβλία μέχρι το
τέλος. Να πεθάνεις με τα μάτια ανοιχτά. Κι όταν
σου τα κλείνουν, συντονισμένοι στην εθιμοτυπία,
αυτά να μένουν κοκαλωμένα. Σαν τα μάτια του
έφηβου κούρου, που τα έφαγαν τα ψάρια στο
βυθό.
[Μισή ανάσα να αργούσε θα’ χαμε
…………….φιληθεί.]
Θανάσης Τριαρίδης
Φιοντορ Ντοστογιέφσκι
Τα γυμνά μάτια
ή το πώς να ζει κανείς με τον μπαλτά
εκδ. Σαιξπηρικον
henri michauxΈνας διαδικτυακός διάλογος με τον κενό τίτλο
Άλογα Περήφανα Επιθυμίες
Άλογα περήφανα

Ορυχείο
Σου γράφω γεμάτη τρόμο μέσα από μια στοά
..................................................νυχτερινή
φωτισμένη από μια ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλήθρα
ένα βαγόνι περνάει από πάνω μου προσεχτικά
ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει
εγώ πάλι άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι άλλοτε
πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές
γιατί έχουν όλα γύρω μου παράξενα παλιώσει
Στο σπίτι
χτες
καθώς άνοιξα τη ντουλάπα έσβησε γίνηκε
σκόνη μ΄όλα τα ρούχα της μαζί
τα πιάτα σπάνουν μόλις κανείς τα΄αγγίξει
φοβάμαι κι΄έχω κρύψεςι τα πηρούνια και τα
....................................................μαχαίρια
τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σα στουπί
το στόμα μου άσπρισε και με πονάει
τα χέρια μου είναι πέτρινα
τα πόδια μου είναι ξύλινα
με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά
δεν ξέρω πως γίνηκε και με φωνάζουν μ ά ν α
Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα
...............................................χαρούμενα
Να με θυμάσαι
(Παραλογαίς, 1948)

Ένας διαδικτυακός διάλογος με τον κενό τίτλο




