Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

Σανκάρα


Ο Τομά Σανκάρα άλλαξε το όνομα της Άνω Βόλτα. Η παλιά γαλλική αποικία μετονομάστηκε Μπουρκίνα Φάσο, γη των ενάρετων ανθρώπων.
Μετά από την μακρόχρονη αποικιοκρατία, οι ενάρετοι άνθρωποι κληρονόμησαν μια έρημο: εξαντλημένη γη, ξεραμένα ποτάμια, αποδεκατισμένα δάση. Ένα στα δύο νεογέννητα δεν ξεπερνούσε τους τρεις μήνες ζωής.
Εκείνος που έφερε την αλλαγή ήταν ο Σανκάρα. Ο λαός έβαλε τα δυνατά του να πολλαπλασιαστούν τα τρόφιμα, να καταπολεμηθεί ο αναλφαβητισμός, να αναστηθούν τα δάση της χώρας και να προστατέψει το νερό, το σπάνιο και ιερό αυτό αγαθό.
Η φωνή του Σανκάρα αντήχησε από την Αφρική σε ολόκληρο τον κόσμο: "Από τα μυθικά ποσά που ξοδεύονται για την αναζήτηση ζωής σε άλλους πλανήτες, προτείνουμε να προοριστεί τουλάχιστον ένα τοις εκατό για να σωθεί η ζωή σε τούτον τον πλανήτη".
"Η παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μας αρνούνται τους πόρους για να βρούμε νερό στα εκατό μέτρα, αλλά διατίθενται να σκάψουν πηγάδια τριών χιλιάδων μέτρων για την εξαγωγή πετρελαίου".
"Θέλουμε να δημιουργήσουμε έναν νέο κόσμο. Αρνούμαστε να διαλέξουμε ανάμεσα στην Κόλαση και το Καθαρτήριο".
"Καταγγέλουμε τον εγωϊσμό των ανθρώπων που προξενεί τη δυστυχία του πλησίον τους. Παραμένει ατιμώρητος, ενώ στον  κόσμο καταστρέφεται η βιόσφαιρα από τις δολοφονικές επιθέσεις που δέχεται το έδαφος και ο αέρας".
Το 1987, η αποκαλούμενη διεθνής κοινότητα αποφάσισε να απαλλαχθεί από τον νέο Λουμούμπα.
Η δουλειά ανατέθηκε στον Μπλεζ Καμπαορέ, τον καλύτερό του φίλο.
Η ανταμοιβή για το έγκλημά του ήταν η εξουσία εφ' όρου ζωής.

αντί για ισόβια κάθειρξη, ισόβια προεδρία

Εντουάρντο Γκαλεάνο
Καθρέφτες

Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

Κάπα


Το κάπα είναι γραμμένο το 1927, τη χρονιά που ο Ακουταγκάουα αυτοκτόνησε.
Για την δική του εποχή, η νουβέλα κινείται στα όρια της επιστημονικής φαντασίας.
Στη δική μας εποχή, το παρακάτω απόσπασμα θα ονομαζόταν μάλλον καυστική σάτιρα.


 Ριουνοσούκε Ακουταγκάουα, 1892-1927


...Το αποτέλεσμα βέβαια είναι ότι, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις έχασαν πρόσφατα τις δουλειές τους γύρω στα σαράντα με πενήντα χιλιάδες άτομα. Παρόλ αυτά, δεν είχα συναντήσει ακόμα τη λέξη "απεργία" σ' αυτόν τον τόπο, όσο και κι αν φυλλομετρούσα ανυπόμονα τις εφημερίδες κάθε πρωί. Ήταν κάτι που μου φαινόταν μάλλον περίεργο και δυσεξήγητο. Έτσι, σε μια άλλη περίπτωση που ήμουν καλεσμένος στο σπίτι του Γκάελ, πάλι παρέα με τον Πεκ και τον Τσακ, βρήκα την ευκαιρία να ρωτήσω γιατί.
"Μα επειδή τρώγονται!"
Ο Γκάελ ήταν εκείνος που απάντησε. Το είπε με τον πιο φυσικό τρόπο, ανάμεσα σε δυο ρουφηξιές καπνού από το πούρο του.
Αυτό το "τρώγονται" δεν μπορώ να πω ότι κατάλαβα ακριβώς τι σήμαινε. Ο Τσακ όμως, με το γνωστό μονόκλ του, φαίνεται πως πρόσεξε το απορημένο μου ύφος κι έσπευσε να μου εξηγήσει.
"Αυτό που ήθελε να πει ο Γκάελ ήταν ότι σφάζουμε όσους εργάτες χάνουν τη δουλειά τους και χρησιμοποιούμε τη σάρκα τους για κρέας. Να, εδώ έχω μια εφημερίδα. Για να δούμε αν γράφει τίποτε σχετικό. Να! Άκου! " Ο αριθμός νέων ανέργων αυτό το μήνα έφτασε τους 64.769. Αντίστοιχη πτώση παρατηρήθηκε και στην τιμή του κρέατος".
"Καλά, και οι εργαζόμενοι δέχονται μια τέτοια κατάσταση χωρίς να διαμαρτύρονται; Να οδηγούνται στο..."
"Δεν θ' άλλαζε τίποτε, όση φασαρία κι αν έκαναν. Η σφαγή του εργαζόμενου προβλέπεται με ειδικό άρθρο στο σύνταγμά μας".
Αυτά τα τελευταία λόγια ανήκαν στον Πεπ, που έκανε μια γκριμάτσα πίσω από μια γλάστρα. Φυσικό ήταν να νιώσω ναυτία με όσα είχα ακούσει. Ο Γκάελ όμως, ο οικοδεσπότης μου (απ' αυτόν ίσως το περίμενε κανείς), ο Πεπ και ο Τσακ έδειχναν να το αντιμετωπίζουν σαν κάτι το απόλυτα φυσιολογικό. Ο Τσακ μάλιστα ήταν εκείνος που, μ' ένα χαμόγελο και έναν κοροϊδευτικό τόνο στη φωνή του, έκανε σαφή την αδιαφορία τους:
"Με μια τέτοια τακτική, βλέπεις, η Πολιτεία γλιτώνει τον πολίτη απ' το άγχος της αυτοκτονίας ή της λιμοκτονίας. Μια εισπνοή από δηλητηριώδες αέριο... κι αυτό είναι όλο. Ούτε πόνος, ούτε τίποτε".

Ριουνοσούκε Ακουταγκάουα
Κάπα
εκδ. Καστανιώτη

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

Κασσάνδρα


κάτω απ' την επιφάνεια
κοχλάζει τυφλός
ο θυμός του αδιέξοδου

σκάει στο έδαφος
με κάθε αυτόχειρα η απελπισία
χειροβομβίδα που αυτοαναφλέχτηκε

σε λίγο όμως όχι πια

Ανεβαίνει από τα βάθη
είναι τυφλό, είναι άγριο
λυσσασμένο απ' τις πληγές του
χτυπιέται μες  τις αλυσίδες του
Ανεβαίνει
είναι άναρθρο, ορμητικό
είναι έτοιμο να υπερχειλίσει
Πλησιάζει
θα σαρώσει
Έρχεται

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012

άστυ

το άστυ κάηκε παίζοντας καουρισμάκι, 
ταιριαστό.
ο ίδιος ο καουρισμάκι θα μπορούσε να 
κινηματογραφήσει το γεγονός
με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο.
Δεν θρηνώ
το άστυ θα το ξαναφτιάξουμε.
Πριν όμως χρειάζεται να στεριώσουμε ξανά την αλφαβήτα
να τη σώσουμε από την παράνοια
αλλιώς διάολε πώς θα φτάσουμε 
στο Σ του σινεφίλ ;



Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012

Ανώνυμοι λάκκοι

τρεις άνθρωποι πέθαναν
ένας στα χανιά
ένας στη θεσσαλονίκη
ένας στην πάτρα
όλοι τους ανώνυμοι
όλοι τους απρόσωποι
με μοναδικό κοινό προσδιορισμό την τελική τους κατάσταση: άστεγος
λες και δεν είχαν προηγουμένως ζήσει κάποια ζωή
λες και η λέξη άστεγος ρούφηξε κάθε άλλη ιδιότητα
λες και έσβησε με μια μονοκονδυλιά την ταυτότητα
το προσωπικό χνάρι, το χνώτο τους
πού θα ταφούν; πού θάφτηκαν; θάφτηκαν;
ποιος ανώνυμος λάκκος αποσιωπά
το πέρασμά τους από τον κόσμο;

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

Democracy not found



έτσι αναπνέει η δημοκρατία σήμερα
this is how democracy is breathing nowadays
c est ainsi que la democratie respire a nos jours



Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

H μπάλα δεν υπάρχει

Αν όλα αυτά συνέβαιναν σε κάποιο παιχνίδι και όχι πάνω στην καμπούρα μας,
θα ήταν για γέλια, για πολλά γέλια.
Ο Γιωργάκης έχει φάει δεκαπέντε γκολ πριν το ημίχρονο κι ακόμη τρέχει να ισοφαρίσει.
Δεν είναι όμως μπάλα αυτό που κλωτσάει
Κλωτσάει ό,τι έχει απομείνει όρθιο και ό,τι θα μπορούσε να σταθεί όρθιο
σ αυτό το κράτος που πια δεν είναι κράτος.
Κλωτσάει την αυτονομία και την εθνική του κυριαρχία 
Κλωτσάει την όποια αξία έχει ο καθένας μας, 
αφήνοντας μοναδικό υπόλειμμα και στίγμα
την παραμόρφωση της ελληνικότητας από τα ακροδεξιά σκουπίδια.
Κλωτσάει το μυαλό και το στομάχι μου
Το μυαλό και το στομάχι των φίλων μου
Τα γηρατειά του πατέρα μου.

Μπάλα δεν υπάρχει σ αυτό το γήπεδο.
Η μπάλα είμαστε εμείς.

Μακάρι να τέλειωνε εδώ αλλά όχι.
Όταν θα φάει ο Γιώργος την κλωτσιά που θα τον ξαποστείλει
μαζί με τα παρατρεχάμενα τσιράκια του, 
τι θα έρθει;
H εντροπία δεν αναστρέφεται
ούτε η φυγόκεντρος ξαφνικά αδρανεί
και οι από μηχανής θεοί είναι σαν τους αγιοβασίληδες των παιδικών μας χρόνων
ευπρόσδεκτοι πάντα και αναγκαίοι όπως οι μύθοι.
Ανύπαρκτοι όμως στη σφαίρα του πραγματικού
Ισχυροί μόνο στη σφαίρα του ευκταίου.
Aνάμεσα στις σφαίρες του ευκταίου και του πραγματικού 
σφαίρες σφυρίζουν, παίζουνε μαχαιρώματα
βόμβες τυφλές εκρήγνυνται

Η μπάλα δεν υπάρχει

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

Περί καλών προθέσεων

Ένα έντομο με διαφανή ατροφικά φτερά κάθησε στο πιάτο μου λίγο πριν σερβίρω. Άνοιξα χωρίς  δεύτερη σκέψη την πόρτα και το άφησα στο φυσικό του περιβάλλον. Έπλυνα το πιάτο και το γέμισα φαί. Έκατσα να φάω. Με την πρώτη μπουκιά κατάλαβα την ανοησία μου. Δεν το έστελνα στη σωτηρία του, αλλά σε βέβαιο θάνατο από την παγωνιά. Καλύτερα μάλλον να το σκότωνα μια κι έξω.

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

ό,τι έχετε ευχαρίστηση




Για να ζεσταθεί λίγο ο χώρος πριν επιστρέψω,
Αγαπημένος και πάντα επίκαιρος Μούτσης

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010

ο κόου, ο καϊξής και η γιαγιά μου




Συνεχίζοντας την ανάγνωση του Κόου, βρισκόμαστε  για λίγο  στο σπίτι μιας γριάς η οποία περιγράφει την αγγλία που αγάπησε
μια αγγλία που δεν υπάρχει πια. 
Δε μιλάει με πίκρα, ούτε με νοσταλγία. Μιλάει με θυμό.
Η γριά είναι τελικά μετανάστης. 
Όχι στον χώρο. Γεωγραφικά παραμένει στον ίδιο τόπο. 
Χρονικά όμως ναι. Κατοικεί σ' ένα σύμπαν ξένο, με συνήθειες διαφορετικές, άλλους ρυθμούς, άλλες προτεραιότητες. 

Βλέποντας αυτό το βίντεο του Καϊξή, σκέφτομαι πως μοιάζει να μας χωρίζουν χιλιετηρίδες από εκείνη την εποχή
είναι όμως δίπλα μας, τόσο κοντά μας
όσο και η γιαγιά μου εδώ πλάϊ μου που την έζησε

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010

Δύο πράξεις και ένας επίλογος

Η άφιξη
(15-11)


Kαι ταξιδεύεις κυριακή μ' ένα καράβι  αυγουστιάτικο φορτωμένο ετεροδημότες.
Και δεν υπάρχει χώρος πουθενά να πέσει ένα μολύβι καν
Και δεν υπάρχει ήχος φυσικός που να μην τον απορροφά
αυτός ο αφόρητος θόρυβος,
το ασταμάτητο βουητό των ανθρώπων
και συνειδητοποιείς πως
σε δώδεκα ώρες ταξίδι, τα πιο κοντινά σου πλάσματα
αυτά που περισσότερο αισθάνεσαι να επικοινωνείς
είναι δυο σκύλοι και δυο παιδιά.
Τους σκύλους τους αγαπάς
για τα παιδιά λυπάσαι


Και ταξιδεύεις κυριακή μ ένα καράβι αυγουστιάτικο φορτωμένο ετεροδημότες
ένας άντρας γύρω στα πενήντα πέντε κάθεται δίπλα σου
επιμένει να σου αναπτύξει τη θεωρία του για τον κόσμο
που είναι και η μόνη σωστή
μια γυναίκα σου μιλάει για τις αγωνίες της,
θέλει να πάει το παιδί της στον ψυχίατρο 
γιατί ερωτεύτηκε και κλαίει
παρατηρείς, ακούς, συμπονάς
μ ένα ποτήρι βότκα 
που διαρκώς ανανεώνεται. 
Σκέφτεσαι πως το κουτσό ήταν καλύτερη παρέα
-ναι το σκέφτεσαι- πιο πραγματική πιο ζεστή παρέα, αλλά
δεν μπορείς να  ξαναπιάσεις τώρα το κουτσό
στον κουτσαμένο κόσμο κούτσαινε
-ή κολύμπα

Ο ταξιτζής μιλάει για την όμορφη πόλη μας
για τους προγόνους μας που ήταν σοφοί και την επέλεξαν
δεν αντέχεις και του τη λες αυθόρμητα
αυτός βουβαίνεται
μετά το ρίχνει στον πληθυντικό ευγένειας

Η ζέστη αφύσικη


Η παραμονή
(16-27/11)


κατεβαίνεις πεζή στο γραφείο
αμούστακα κακομούτσουνα
με μπράτσα πιστόλια και γκλοπ
ποζάρουν σε κάθε γωνία
το επάγγελμα ανθεί σε εποχές κρίσης
τριγύρω οι δίες, χουλιγκάνοι που εκτοξεύουν
καυσαέριο, θόρυβο και αντριλίκι
έχεις να τους συναντήσεις από την 5η του μάη
όταν καβαλώντας κομβόι τον πεζόδρομο της μεθώνης
χίμηξαν ανεξέλεγκτοι στην πλατεία και την κάναν γυαλιά καρφιά
Η μνήμη επανέρχεται στο ακέραιο
αδυνατείς να την εξαερώσεις


η μυθολογία γύρω από τον θεό
ο θεός, ο βολικός, ο κατ' εικόνα του ανθρώπου
διαβάζεις τον κάιν του σαραμάγκου
"...Στην επιστροφή, συμπτωματικά, σταμάτησαν για μια στιγμή στο δρόμο όπου ο αβραάμ είχε μιλήσει με τον κύριο, και τότε ο Κάιν είπε, Έχω μια σκέψη που δεν με αφήνει σε ησυχία, Ποια σκέψη, ρώτησε ο αβραάμ, Σκέφτομαι πως υπήρχαν αθώοι στα σόδομα και στις άλλες πόλεις που κάηκαν, Αν υπήρχαν,  ο κύριος θα είχε τηρήσει την υπόσχεση που μου έδωσε να τους σώσει τη ζωή, Τα παιδιά, είπε ο κάιν, τα παιδιά πρέπει να ήταν αθώα, Θεέ μου, μουρμούρισε ο αβραάμ και η φωνή του ήταν σαν βογκητό, Ναι, θεός δικός σου είναι, δικός τους όμως δεν είναι."


Λεωφορείο για την τρίπολη
αέρας καθαρός βουνίσιος
ιτιές, πολλές ιτιές
χαμηλά κυρίως κτίρια
σκεπές με κεραμίδια
μυρωδιά παντού από ξύλο που καίγεται
εδώ δεν έχει δίες
άφησαν φαίνεται οι θεοί
τα βουνά στην ησυχία τους


επιστρέφεις στην πρωτεύουσα δευτέρα πρωί
πηγαίνεις απευθείας από το κτελ στο γραφείο
μπορεί σε δυο μήνες να μην έχεις δουλειά
το ξέρεις εδώ και καιρό
οι συζητήσεις ακόμα αόριστες γενικές
κορδέλες οι λέξεις που  φτιασιδώνουν την αβεβαιότητα
χάσκει ανοιχτό το στόμα του άγχους
χορεύεις γύρω του χωρίς να πέφτεις μέσα
ως πότε;


Ζέστη αφύσικη που εξακολουθεί


Τα καράβια εδώ και πέντε μέρες απεργούν
βρίσκεσαι αποκλεισμένη στο λεκανοπέδιο
σκουπιδιάρα έχει τρεις μέρες να περάσει
από τη γειτονιά που σε φιλοξενεί
σκύλοι και άνθρωποι συνωστίζονται γύρω από τους κάδους
Κυρίως τη νύχτα
τη νύχτα τα σκουπίδια γίνονται
ο δημόσιος μπουφές.

κι ενώ σκαλίζουν κάδους διπλανούς
πιο διπλανούς από το διπλανό διαμέρισμα
είναι αποκλεισμένοι, όπως όλοι μας, 
σε μια ιδιωτικότητα συμπαγή
αφόρητη, 
απροσπέλαστη όμως
ρητή και αναντίρρητη  όσο και η πείνα
"the terrible privacy of maxwell sim",
γυροφέρνει στο κεφάλι σου ο τίτλος του Κόου
ανοίγεις το βιβλίο και βυθίζεσαι 
αντιστέκεσαι στον ύπνο ώσπου
οι λέξεις αποστάζουν μέσα στο όνειρο

Επίλογος

Αύριο φεύγεις
πρωί στις επτάμιση
οι γεύσεις όλες ανακατώνονται στο στόμα σου
κλίμακες ετερόκλιτων συναισθημάτων
τίποτα δεν θα αλλάξει προς το "καλύτερο" ή το "χειρότερο"
μονάχα που θα  ξεπλυθείς στη θάλασσα 
cause, (cummings)
For whatever we lose (like a you or a me)
it' s always ourselves we find in the sea



Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010

Ο ωκεανός και η σταγόνα

Το σκίτσο είναι του Βαγγέλη Χερουβείμ και δημοσιεύτηκε στη Γαλέρα τον Ιούλιο του '09

Mε αφορμή την ανάρτηση της Οu Ming για το τσιγάρο.
Ξεκίνησα να γράφω ένα σχόλιο στο μπλογκ της αλλά μου βγήκε σεντόνι και το έφερα εδώ.

Κάθε φορά που ανεβαίνω στην αθήνα αρρωσταίνω.  Ο φάρυγγας μου ξεραίνεται. Περνώντας οι μέρες, όλη η αναπνευστική οδός γίνεται τραχιά λες και κάτι την ξύνει ασταμάτητα και την πληγώνει. Τα πνευμόνια μου καίνε. Η αναπνοή, παύει να είναι βαθιά, γίνεται κοφτή και ρηχή προσπαθώντας να εισπνεύσει όσο το δυνατόν λιγότερο δηλητήριο. Κουράζομαι πολύ εύκολα, νομίζω πως φταίει ο θόρυβος, η ασχήμια, η έλλειψη ορίζοντα, αλλά κυρίως η κακή ποιότητα του αέρα, η έλλειψη οξυγόνου. Όταν φτάνω επιτέλους ξανά πίσω στο νησί, το πρώτο πράγμα που νοιώθω είναι η ανακούφιση της βαθιάς ανάσας.

Η πρωτεύουσα βλάπτει πολύ πιο σοβαρά την υγεία από ότι ο καπνός. Κι ας μην υπάρχει καμία ταμπέλα που να προειδοποιεί σχετικά.
Το να βγάζεις ένα παιδί σε καροτσάκι βόλτα στην αλεξάνδρας, την κηφισίας, κοκ είναι σαφώς πιο επιβλαβές για την υγεία του από το τσιγάρο. Δεν είναι τυχαίο πως τα κρούσματα άσθματος σε παιδιά σχολικής ηλικίας έχουν αυξηθεί κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια.
Ο κόσμος καίγεται κι εμείς πιπιλάμε την καραμέλα που σερβίρουν οι ασφαλιστικές εταιρείες για να μην πληρώνουν αποζημιώσεις στους συγγενείς αποθανόντων από καρκίνο του πνεύμονα.
Δεν τα λέω αυτά ως υπέρμαχος του καπνίσματος. Θεωρώ όμως πως το κάπνισμα δεν είναι μείζον πρόβλημα και είναι γελοίο να γίνεται αιτία διχασμού μεταξύ ανθρώπων που επί της ουσίας έχουν να αντιμετωπίσουν πολύ σοβαρότητα προβλήματα σε σχέση με την ποιότητα ζωής τους.
Παρατηρώ πως είναι εξαιρετικά συχνό φαινόμενο το να εστιάζουμε σε μία λεπτομέρεια, να τη μεγεθύνουμε και να την κάνουμε θέμα γηπέδου και πόλωσης. Το αποτέλεσμα είναι πως η ευρεία όραση εξασθενεί υπέρ του σημείου εστίασης, τα πράγματα γίνονται θολά και παραμένουν ασύνδετα μεταξύ τους. Τολμώ να πω πως ενδέχεται, αυτό να οφείλεται στην έλλειψη ορίζοντα. Όπου και να κοιτάξεις σ αυτήν την πόλη, τα μάτια σου σκοντάφτουν πάνω σε τοίχους από μπετόν, πάνω σε ασχήμια. Η περιφερειακή όραση έχει αδρανήσει. Το να χάνεις την περιφερειακή όραση είναι σοβαρό πρόβλημα, χάνεις ουσιαστική πληροφορία από το άμεσο περιβάλλον σου, αποκτάς δηλαδή  παρωπίδες. -Όχι, αυτό που λέω δεν είναι υπερβολή. Οι παρωπίδες σε εμποδίζουν να κοιτάς γύρω. Το ίδιο κάνει και η απώλεια της περιφερειακής όρασης.
Θα μπορούσα να πω πολύ περισσότερα, αλλά φοβάμαι πως έπειτα θα μπλέξουμε με επιχειρήματα που αποπροσανατολίζουν και αποδυναμώνουν την ουσία. Και η ουσία είναι αυτή:
Η ποιότητα της καθημερινής ζωής, κινώντας από τις πιο βασικές ανάγκες όπως το να αναπνέεις καθαρό αέρα, είναι κάκιστη. Και το τσιγάρο, δεν είναι παρά μια σταγόνα σ' έναν πολύ βρώμικο ωκεανό. Είναι παράλογο να ξεχνάμε τον ωκεανό και, εστιάζοντας εντελώς μυωπικά, να πολωνόμαστε  για μια σταγόνα.

Υ.Γ. Όχι, δεν τις ξέχασα τις εκλογές..

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2010

Ο χαμογελαστός με το μαχαίρι κάτω από την κάπα

 Ο Coleridge παρατηρεί ότι όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται αριστοτελικοί ή πλατωνικοί. Οι δεύτεροι θεωρούν ότι οι ομοταξίες, οι τάξεις και τα γένη είναι πραγματικότητες ˙ οι πρώτοι ότι είναι γενικεύσεις ˙ γι αυτούς, η γλώσσα δεν είναι παρά ένα προσεγγιστικό παιχνίδι συμβόλων ˙ για τους άλλους είναι ένας χάρτης του σύμπαντος. Ο πλατωνικός γνωρίζει πως το σύμπαν είναι κατά κάποιο τρόπο ένα κλειστό σύστημα, μια τάξη ˙ όμως, για τον αριστοτελικό, η τάξη αυτή μπορεί να είναι ένα σφάλμα ή μια ψευδαίσθηση, που οφείλεται στην ελλειπή μας γνώση. Παρόντες σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη, σε όλες τις εποχές, οι δύο αθάνατοι ανταγωνιστές άλλαζαν γλώσσα και όνομα ˙ από τη μια, ο Παρμενίδης, ο Πλάτων, ο Σπινόζα, ο Francis Bradley ˙από την άλλη, ο Ηράκλειτος, ο Αριστοτέλης, ο Locke, ο Hume, o Willam James. Στις επίμοχθες σχολές του Μεσαίωνα, όλοι επικαλούνται τον Αριστοτέλη, όμως μόνο οι νομιναλιστές είναι Αριστοτέλης ˙ οι ρεαλιστές είναι Πλάτων. Ο George Henry Lewes εξέφρασε την άποψη  ότι η μοναδική μεσαιωνική διαμάχη που έχει κάποια φιλοσοφική αξία είναι η μεταξύ νομιναλισμού και ρεαλισμού
...
Μπορούμε να πούμε ότι το πρωταρχικό για τον ρεαλισμό ήταν οι καθολικές έννοιες (εμείς θα τις λέγαμε αφηρημένες ˙ο Πλάτων θα' λεγε ιδέες, μορφές) και για τον νομιναλισμό, τα άτομα. Η Ιστορία της Φιλοσοφίας δεν είναι ένα άχρηστο μουσείο περισπασμών και λεκτικών παιχνιδιών ˙κατά πάσα πιθανότητα, οι δύο αυτές θέσεις ανταποκρίνονται στους δύο μόνο  τρόπους αίσθησης της πραγματικότητας. Γράφει ο Maurice de Wulf: " Ο άκρατος ρεαλισμός δέχτηκε τις πρώτες συμφύσεις. Ο χρονικογράφος Heriman (11 αιώνας) αποκαλεί antiqui doctores όσους διδάσκουν τη διαλεκτική in re.˙ o Aβελάρδος αναφέρεται σ' αυτήν ως antiqua doctrina, και ως τα τέλη του 12ου αιώνα, οι αντίπαλοι της ονομάζονται moderni". Mια θέση, που σήμερα μας φαίνεται αδιανόητη, τον 9ο αιώνα εθεωρείτο προφανής, και, μάλιστα ίσχυσε ως τον 14 αιώνα. Ο νομιναλισμός, πάλαι ποτέ νεωτερισμός ελάχιστων ανθρώπων, σήμερα αγκαλιάζει όλον τον κόσμο ˙ η νίκη του είναι τόσο ευρεία και τόσο ολοκληρωτική, ώστε το όνομά του είναι πια άχρηστο. Κανείς δε δηλώνει νομιναλιστής, γιατί είναι αδύνατο να' ναι κάτι άλλο. Ας προσπαθήσουμε πάντως να καταλάβουμε τους ανθρώπους του Μεσαίωνα, για τους οποίους το ουσιώδες, δεν ήταν ο άνθρωπος αλλά η ανθρωπότητα, δεν ήταν τα άτομα, αλλά το είδος, όχι τα είδη, αλλά το γένος, όχι τα γένη, αλλά ο Θεός. Απ' αυτές τις έννοιες ανεφύη κατά τη γνώμη μου, η αλληγορική λογοτεχνία: μύθος των αφηρημένων ιδεών, όπως το μυθιστόρημα είναι μύθος των ατόμων. Οι αφηρημένες έννοιες προσωποποιούνται˙ γι' αυτό και κάθε αλληγορία έχει κάτι μυθιστορηματικό.
Το πέρασμα από την αλληγορία στο μυθιστόρημα, από τα είδη στα άτομα, απ' τον ρεαλισμό στον νομιναλισμό, κράτησε κάμποσους αιώνες, θ' αποτολμήσω όμως μια ιδεώδη ημερομηνία: εκείνη τη μέρα του 1382, που ο Geoffry Chauser, χωρίς να ξέρει ίσως πως ήταν νομιναλιστής, θέλησε να μεταφράσει στα αγγλικά τον στίχο του Βοκάκιου E con gli occulti ferri i Tradimenti ("Kαι οι Προδοσίες με τα κρυφά σιδερικά τους") και το απέδωσε έτσι: The smyler with the knife under the clock ("Ο χαμογελαστός με το μαχαίρι κάτω από την κάπα").


Χόρχε Λούις Μπόρχες, Από τις αλληγορίες στα μυθιστορήματα 
που περιλαμβάνεται στις Διερευνήσεις
εκδ. Ύψιλον
 
Υ.Γ. Μακριά, μέσα στα απώτατα βάθη του Αμνού, ο πόλεμος συνεχίζεται. 
Οδυσσέας Ελύτης

Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2010

Sin palabras





Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

το λίγο, το αρκετό, το παν

και τραγούδησα


το τραγούδι του 'Απειρου μέσα


σ' ένα σφραγισμένο πηγάδι.


Ας σκορπίσει η φύση πάνω στο πυρωμένο κρανίο μου


τον ήλιο της, τη βροχή της,


 τον άνεμο που αγγίζει τα μαλλιά μου

και τα υπόλοιπα καλώς να έρθουν, σαν είναι η ώρα τους 

αρκεί στο μεταξύ τον λίγο χρόνο που διαθέτουμε
 να τον έχουμε ζήσει

-κομμάτι του κειμένου, είναι παραφθορά του  Πεσσόα-

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

είχα ξεχάσει να πω..



διακοπές..


σήμερα ξύπνησα 


εδώ


Προφήτης Ηλίας
Αμοργός
Πάντα

Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010

Πέμπτη 26 Αυγούστου 2010

Kelly Reichardt



Ο ανεξάρτητος αμερικάνικος κινηματογράφος ξεπήδησε ως μια αυθόρμητη απάντηση στις mainstream πανάκριβες παραγωγές κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα. Στα πρώτα του βήματα έδωσε μερικές πολύ δυνατές ταινίες. Καπελώθηκε όμως γρήγορα όταν κάποιοι μυρίστηκαν  λεφτά στον χώρο και επένδυσαν σ' αυτόν κόβοντάς του στην ουσία την ορμή και μετατρέποντάς τον σιγά αλλά σταθερά σε κάτι λιγότερο πρωτότυπο.
Το κίνημα έπαψε να είναι ανεξάρτητο. Κάτω από τη σημαία του εναλλακτικού δημιουργήθηκε ένα νέο μοντέλο παραγωγής  φθηνότερων ταινιών. Μια καινούργια μικρή βιομηχανία άρχισε να ανθίζει εις βάρος της ποιότητας που έπεσε κατακόρυφα. Το αρχικό κέφι στις περισσότερες περιπτώσεις χάθηκε. Το μεράκι, η τρέλλα ή το προσωπικό χνάρι, που ήταν κύρια συστατικά σ αυτές τις ταινίες, μπήκαν σε δεύτερη μοίρα, στιλιζαρίστηκαν και διαβρώθηκαν.
-Πολλά λέω. . ας μπω στο θέμα. .
Οι ταινίες της Kelly Reichardt γυρνάνε τον ανεξάρτητο αμερικάνικο κινηματογράφο στην πηγή του. Του ξαναδίνουν τη σημασία που έχασε. Είναι εύγλωττες χωρίς να γίνονται φωνακλάδικες. Είναι ιδιαίτερες χωρίς να διεκδικούν το καπέλο καμίας ιδιαιτερότητας. Είναι βαθειά πολιτικές χωρίς να σηκώνουνε παντιέρα και βαθειά ανθρώπινες χωρίς να γίνονται μελό.

Ακολουθεί το τρέιλερ της τελευταίας της ταινίας 

Wendy and Lucy


και της αμέσως προηγούμενης

Old joy



Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

Στο κενό ανάμεσα

I grow old... I grow old...
I shall wear the bottoms of my trousers rolled.

T.S. Elliot, The Love Song of J. Alfred Prufrock

Ελάτε τώρα, να σας μετρήσω, του είπε ο αστυνομικός αφού είχε συμπληρώσει όλα τα άλλα στοιχεία του, πάνω στο καινούργιο δελτίο ταυτότητας. 
"Μα το ύψος μου αναφέρεται στην παλιά μου ταυτότητα", αντέδρασε αυτός, "είμαι ένα και εβδομήντα πέντε".
Ο αστυνομικός χαμογέλασε ειρωνικά. "Τότε, ήσασταν είκοσι χρονών, τώρα εξήντα πέντε. Ας κάνουμε μιαν επαλήθευση".
Αν και δεν καταλάβαινε τι νόημα είχε αυτή η επαλήθευση, ανέβηκε στο ειδικό βάθρο, ίσιωσε, σε στάση προσοχής, το κορμί του και ο αστυνομικός κατέβασε, ως το γυμνό κρανίο του, την κρύα μεταλλική μπάρα. "Ένα και εβδομήντα δύο", του ανακοίνωσε, με το ίδιο χαμόγελο.
Ένιωσε να του κόβονται τα πόδια. "Μα πώς είναι δυνατόν΄" αναφώνησε. "Τι έγιναν αυτά τα τρία εκατοστά; Ποιος μου τα πήρε;"
"Ο χρόνος, ξέρετε...", αποκρίθηκε ο αστυνομικός, και το χαμόγελό του είχε τώρα μια χροιά συμπόνιας, "... ο χρόνος ροκανίζει τους σπονδύλους. Όσο μεγαλώνει κανείς, τόσο χαμηλώνει".
Στο άκουσμα αυτών των λόγων, άστραψε κάτι ξαφνικά μες στο μυαλό του κι είδε τον εαυτό του ως μπονσάι και τον χρόνο, διεστραμμένο Γιαπωνέζο κηπουρό, να τον μικραίνει και να τον μικραίνει...
"Α, πως γερνάω... πώς γερνάω.../ Το πανταλόνι με μπατζάκια γυρισμένα θα φοράω", μουρμούρισε, συνειδητοποιώντας για πρώτη φορά, την τραγικότητα αυτών των στίχων που, άλλοτε, του φαίνονταν απλώς αστείοι.
"Τι είπατε;" ρώτησε ο αστυνομικός.
"Μπα, τίποτε... Θυμήθηκα μονάχα κείνη τη ρήση των αρχαίων ημών προγόνων: Ον οι θεοί φιλούσι, αποθνήσκει νέος... και ένα εβδομήντα πέντε".
Ο αστυνομικός γέλασε. Αυτός όχι.

Αργύρης Χιόνης
Το Μπονσάι
Από  τη συλλογή Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες, εκδ. Κίχλη.

Το παραπάνω απόσπασμα το απόλαυσα πίνοντας έναν γρήγορο καφέ ανάμεσα σε δυο δουλειές. Μέρες τώρα με γυρόφερνε ο Έλιοτ και είπα μόλις επιστρέψω σπίτι να ανοίξω το βιβλίο σε μια τυχαία σελίδα. Ταυτόχρονα, σε κάποιο άλλο σημείο του μυαλού μου χτυπούσε ένα καμπανάκι για κάτι άλλο,  κάτι για κόκαλα και γηρατειά που είχα μάλλον πρόσφατα διαβάσει. Αλλά πού; ποιανού; -Δεν θυμήθηκα. Επέστρεψα στη δουλειά και μετά στο  σπίτι. Άνοιξα τον Ελιοτ σε τυχαία σελίδα. Διάβασα:

..At the still point of the turning world. Neither flesh, nor fleshless; 
Neither from, nor towards; at the still point, there the dance is,
But neither arrest, nor movement. And do not call it fixity,
Where past and future are gathered. Neither movement from nor towards,
Neither ascent nor decline. Except for the point, the still point,
There would be no dance, and there is only the dance.
I can only say, there we have been: but I cannot say where.
And I cannot say, how long, for that is to place it in time...

-Απόσπασμα από το Burnt Norton,  Τέσσερα Κουαρτέτα-.

Έκλεισα τον Έλιοτ. Έστριψα τσιγάρο. Κάπνισα κοιτώντας σε πρώτο πλάνο μια νεαρή ελιά και πίσω το βουνό ν αχνίζει από τη ζέστη. 
Το άλλο που με γυρόφερνε νωρίτερα, αδύνατο να το θυμηθώ. Συνέχισα να καπνίζω. Σκέφτηκα πως μέσα στο νου πρέπει να υπάρχουν απότομες βυθομερτικές αλλαγές. Όπως στη θάλασσα. Για να ψαρέψεις μπαλάδες πηγαίνεις εκεί που αλλάζει ξαφνικά το βάθος κατά 10-15 μέτρα. Στο κενό ανάμεσα στον έναν και τον άλλον πάτο, κυνηγάνε οι μπαλάδες την τροφή τους. Κάπου σ΄ένα τέτοιο κενό, κολυμπούσε  το χνάρι που έψαχνα. 
Έσβησα το τσιγάρο. Τάισα τις γάτες. Έκανα μια γύρα στη μπλογκόσφαιρα. Έπεσα πάνω σ΄αυτήν την πολύ συγκινητική, για μένα, ανάρτηση του Σαραντάκου: Λαπαθιώτης-Καραγάτσης, η δεύτερη "συνάντηση" . 
Kι εκεί, λες και είχε μπει το σωστό δόλωμα στο αγκίστρι, θυμήθηκα αυτό που μου ξέφευγε.
Συνέβη το εξής: Το βιβλίο που αιωρούνταν στο κενό, ήταν τα Διαλαθόντα της Ντίνας Καραβίτη. Διαβάζοντας την ανάρτηση του Σαραντάκου, θυμήθηκα το ποίημα που έχει γράψει για τον Λαπαθιώτη και από κει συνειδητοποίησα πως νωρίτερα δεν αναζητούσα παρά αυτό το βιβλίο.
Άναψα κι άλλο τσιγάρο. Οι γάτες είχαν φάει και ήταν απορροφημένες με την καθαριότητα. 
Άνοιξα τα Διαλαθόντα κι έψαξα αυτά που ήθελα

Αναφορά στον ποητή
Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Το σπίτι σας, αγαπητέ
τα σφράγισε
τα ξύλινα ματόκλαδα.
Όπως κι εσείς
το φως 
δεν θέλει πια να βλέπει.

"Είχα παιδί μονάκριβο", μου είπε.
"Το πόνεσα
το κοίμησα
με όνειρα το τάισα
και ίσκιους.
Σαν ποιητή 
ναρκομανή και πένητα
τον έζησα.
Αυτόχειρα
σαν σήμερα τον έθαψα..."

Κι ενώ το σπίτι-μνήμα σας
στη μνήμη σας ορκίστηκε
σιγά σιγά να λιώνει
ο παιδικός σας σύντροφος
ο έμπιστος ο φίλος
που όταν σας έχασε έλεγε
χειμώνιασε η ζωή μου
ο κήπος σας 
σας λέω μετά λύπης μου
ότι κι αυτός σας πρόδωσε.

Ανθίζει πάλι φέτος.

και..

 Καθ΄οδόν

Νοσταλγούν 
τα κόκαλα 
τη γη τους.

Γι' αυτό και οι γέροι 
περπατούν σκυφτοί.

-Ντίνα Καραβίτη, Διαλαθόντα, εκδ. Κέδρος-

Aπορροφήθηκα. Συνέχισα να διαβάσω ως το σούρουπο. Άφησα τις γάτες να κοιμούνται, την πόρτα ορθάνοιχτη και τα παράθυρα -μπας και μπει λίγος αέρας-  και βγήκα για περίπατο
απαντώντας σε μια επείγουσα ανάγκη να εισπνεύσω το βαθύ άρωμα ώριμης συκιάς

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

Ο τελευταίος σπόνδυλος, ο κολοβός

Ήθελα νά χω ουρά. μακριά, μεγάλη.
να αναπαύεται πάνω στον ώμο μου όταν αγναντεύω.
να με προδίδει όταν κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου.
ν' αποκαλύπτει την επιθυμία μου ως και  την τελευταία της πτυχή.

Ήθελα να χω ουρά.
με τον παλμό της να διαλύει τις συμβάσεις