Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

Στο κενό ανάμεσα

I grow old... I grow old...
I shall wear the bottoms of my trousers rolled.

T.S. Elliot, The Love Song of J. Alfred Prufrock

Ελάτε τώρα, να σας μετρήσω, του είπε ο αστυνομικός αφού είχε συμπληρώσει όλα τα άλλα στοιχεία του, πάνω στο καινούργιο δελτίο ταυτότητας. 
"Μα το ύψος μου αναφέρεται στην παλιά μου ταυτότητα", αντέδρασε αυτός, "είμαι ένα και εβδομήντα πέντε".
Ο αστυνομικός χαμογέλασε ειρωνικά. "Τότε, ήσασταν είκοσι χρονών, τώρα εξήντα πέντε. Ας κάνουμε μιαν επαλήθευση".
Αν και δεν καταλάβαινε τι νόημα είχε αυτή η επαλήθευση, ανέβηκε στο ειδικό βάθρο, ίσιωσε, σε στάση προσοχής, το κορμί του και ο αστυνομικός κατέβασε, ως το γυμνό κρανίο του, την κρύα μεταλλική μπάρα. "Ένα και εβδομήντα δύο", του ανακοίνωσε, με το ίδιο χαμόγελο.
Ένιωσε να του κόβονται τα πόδια. "Μα πώς είναι δυνατόν΄" αναφώνησε. "Τι έγιναν αυτά τα τρία εκατοστά; Ποιος μου τα πήρε;"
"Ο χρόνος, ξέρετε...", αποκρίθηκε ο αστυνομικός, και το χαμόγελό του είχε τώρα μια χροιά συμπόνιας, "... ο χρόνος ροκανίζει τους σπονδύλους. Όσο μεγαλώνει κανείς, τόσο χαμηλώνει".
Στο άκουσμα αυτών των λόγων, άστραψε κάτι ξαφνικά μες στο μυαλό του κι είδε τον εαυτό του ως μπονσάι και τον χρόνο, διεστραμμένο Γιαπωνέζο κηπουρό, να τον μικραίνει και να τον μικραίνει...
"Α, πως γερνάω... πώς γερνάω.../ Το πανταλόνι με μπατζάκια γυρισμένα θα φοράω", μουρμούρισε, συνειδητοποιώντας για πρώτη φορά, την τραγικότητα αυτών των στίχων που, άλλοτε, του φαίνονταν απλώς αστείοι.
"Τι είπατε;" ρώτησε ο αστυνομικός.
"Μπα, τίποτε... Θυμήθηκα μονάχα κείνη τη ρήση των αρχαίων ημών προγόνων: Ον οι θεοί φιλούσι, αποθνήσκει νέος... και ένα εβδομήντα πέντε".
Ο αστυνομικός γέλασε. Αυτός όχι.

Αργύρης Χιόνης
Το Μπονσάι
Από  τη συλλογή Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες, εκδ. Κίχλη.

Το παραπάνω απόσπασμα το απόλαυσα πίνοντας έναν γρήγορο καφέ ανάμεσα σε δυο δουλειές. Μέρες τώρα με γυρόφερνε ο Έλιοτ και είπα μόλις επιστρέψω σπίτι να ανοίξω το βιβλίο σε μια τυχαία σελίδα. Ταυτόχρονα, σε κάποιο άλλο σημείο του μυαλού μου χτυπούσε ένα καμπανάκι για κάτι άλλο,  κάτι για κόκαλα και γηρατειά που είχα μάλλον πρόσφατα διαβάσει. Αλλά πού; ποιανού; -Δεν θυμήθηκα. Επέστρεψα στη δουλειά και μετά στο  σπίτι. Άνοιξα τον Ελιοτ σε τυχαία σελίδα. Διάβασα:

..At the still point of the turning world. Neither flesh, nor fleshless; 
Neither from, nor towards; at the still point, there the dance is,
But neither arrest, nor movement. And do not call it fixity,
Where past and future are gathered. Neither movement from nor towards,
Neither ascent nor decline. Except for the point, the still point,
There would be no dance, and there is only the dance.
I can only say, there we have been: but I cannot say where.
And I cannot say, how long, for that is to place it in time...

-Απόσπασμα από το Burnt Norton,  Τέσσερα Κουαρτέτα-.

Έκλεισα τον Έλιοτ. Έστριψα τσιγάρο. Κάπνισα κοιτώντας σε πρώτο πλάνο μια νεαρή ελιά και πίσω το βουνό ν αχνίζει από τη ζέστη. 
Το άλλο που με γυρόφερνε νωρίτερα, αδύνατο να το θυμηθώ. Συνέχισα να καπνίζω. Σκέφτηκα πως μέσα στο νου πρέπει να υπάρχουν απότομες βυθομερτικές αλλαγές. Όπως στη θάλασσα. Για να ψαρέψεις μπαλάδες πηγαίνεις εκεί που αλλάζει ξαφνικά το βάθος κατά 10-15 μέτρα. Στο κενό ανάμεσα στον έναν και τον άλλον πάτο, κυνηγάνε οι μπαλάδες την τροφή τους. Κάπου σ΄ένα τέτοιο κενό, κολυμπούσε  το χνάρι που έψαχνα. 
Έσβησα το τσιγάρο. Τάισα τις γάτες. Έκανα μια γύρα στη μπλογκόσφαιρα. Έπεσα πάνω σ΄αυτήν την πολύ συγκινητική, για μένα, ανάρτηση του Σαραντάκου: Λαπαθιώτης-Καραγάτσης, η δεύτερη "συνάντηση" . 
Kι εκεί, λες και είχε μπει το σωστό δόλωμα στο αγκίστρι, θυμήθηκα αυτό που μου ξέφευγε.
Συνέβη το εξής: Το βιβλίο που αιωρούνταν στο κενό, ήταν τα Διαλαθόντα της Ντίνας Καραβίτη. Διαβάζοντας την ανάρτηση του Σαραντάκου, θυμήθηκα το ποίημα που έχει γράψει για τον Λαπαθιώτη και από κει συνειδητοποίησα πως νωρίτερα δεν αναζητούσα παρά αυτό το βιβλίο.
Άναψα κι άλλο τσιγάρο. Οι γάτες είχαν φάει και ήταν απορροφημένες με την καθαριότητα. 
Άνοιξα τα Διαλαθόντα κι έψαξα αυτά που ήθελα

Αναφορά στον ποητή
Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Το σπίτι σας, αγαπητέ
τα σφράγισε
τα ξύλινα ματόκλαδα.
Όπως κι εσείς
το φως 
δεν θέλει πια να βλέπει.

"Είχα παιδί μονάκριβο", μου είπε.
"Το πόνεσα
το κοίμησα
με όνειρα το τάισα
και ίσκιους.
Σαν ποιητή 
ναρκομανή και πένητα
τον έζησα.
Αυτόχειρα
σαν σήμερα τον έθαψα..."

Κι ενώ το σπίτι-μνήμα σας
στη μνήμη σας ορκίστηκε
σιγά σιγά να λιώνει
ο παιδικός σας σύντροφος
ο έμπιστος ο φίλος
που όταν σας έχασε έλεγε
χειμώνιασε η ζωή μου
ο κήπος σας 
σας λέω μετά λύπης μου
ότι κι αυτός σας πρόδωσε.

Ανθίζει πάλι φέτος.

και..

 Καθ΄οδόν

Νοσταλγούν 
τα κόκαλα 
τη γη τους.

Γι' αυτό και οι γέροι 
περπατούν σκυφτοί.

-Ντίνα Καραβίτη, Διαλαθόντα, εκδ. Κέδρος-

Aπορροφήθηκα. Συνέχισα να διαβάσω ως το σούρουπο. Άφησα τις γάτες να κοιμούνται, την πόρτα ορθάνοιχτη και τα παράθυρα -μπας και μπει λίγος αέρας-  και βγήκα για περίπατο
απαντώντας σε μια επείγουσα ανάγκη να εισπνεύσω το βαθύ άρωμα ώριμης συκιάς

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Χαίρετε, το έχω διαβάσει το βιβλίο του Αργύρη Χιόνη, ωραίο ανάγνωσμα. Τώρα ψάχνω μιαν ερημιά να ξεχαστώ πριν γυρίσω Αθήνα. Να είστε καλά.

melen είπε...

ελπίζω να τη βρήκατε την ερημιά σας
και να ξεδιπλωθούν μπροστά στα μάτια σας τα σιωπηλά της θαύματα

Hasta la proxima..