Με αφορμή τον Ιούδα του Aερόστατου, αναδημοσιεύω την ανάρτηση που έκλεινε τον κύκλο του 2008
Carlos Bolado - B.Z. Goldberg (2001)
-----------------------------------------------------------------
Ψαλμός
Ω, τα με ρωγμές διαφυγής σύνορα των κρατών που έγιναν από
ανθρώπους!
Πόσα ταξιδεύοντα σύννεφα να πέρασαν ατιμωρητί,
πόση άμμος της ερήμου μετατοπίζεται από τη μια χώρα στην άλλη,
πόσα λιθάρια βουνών κατρακυλούν μέσα σε ξένο έδαφος με άλματα
προκλητικά!
Είναι ανάγκη ν' αναφέρω κάθε πουλί που πετάει μπροστά από τις
παραμεθόριες περιοχές
ή κατεβαίνει και κάθεται πάνω στο οδόφραγμα στη μεθόριο;
Ένας ταπεινός κοκκινολαίμης -ακίνητος, η ουρά του παραμένει στο
εξωτερικό, ενώ το ράμφος του στην πατρίδα του..
Απόσπασμα από το ποίημα Ψαλμός,
της Wislawa Szymborska
Επιλεγμένα Ποιήματα
μετάφραση Άλκης Τσελέντης
εκδ. Δωδώνη
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πυκνές νεφώσεις-καταχνιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πυκνές νεφώσεις-καταχνιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010
Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010
Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010
Huxley versus Orwell












Άλλο σχετικό βιβλίο με τα δύο παραπάνω. ο Αναρχικός των δύο κόσμων (The dispossessed), της Ούρσουλα Λεγκέν (εκδ Parsec).
Τετάρτη 27 Μαΐου 2009
άτιτλο
Σάββατο ταξίδευα. Ίο-Αμοργό μέσω Νάξου.
Στ΄ανοιχτά της Ηρακλειάς, ένα κοπάδι δελφίνια έσκασε μύτη
πλάι στο Σκοπελίτη και ακολούθησε τη ρότα του για ένα περίπου πεντάλεπτο.
Κάποια στιγμή ένα δελφίνι χώρισε από τα υπόλοιπα,
πλησίασε πιο κοντά στο καράβι, κολύμπησε για λίγο
και ξαφνικά βούτηξε και χάθηκε στο βάθος.
Όταν διάβασα για το θάνατο του Δημήτρη , μου ήρθε στο νου
εκείνο το δελφίνι που ξαφνικά έφυγε.
Δεν ξέρω πως γίνεται να νοιώθεις τόση στενοχώρια
για κάποιον που γνωρίζεις μόνο μέσω της ιστοσελίδας του, όμως συμβαίνει.
Δημήτρη, αντίο
Στ΄ανοιχτά της Ηρακλειάς, ένα κοπάδι δελφίνια έσκασε μύτη
πλάι στο Σκοπελίτη και ακολούθησε τη ρότα του για ένα περίπου πεντάλεπτο.
Κάποια στιγμή ένα δελφίνι χώρισε από τα υπόλοιπα,
πλησίασε πιο κοντά στο καράβι, κολύμπησε για λίγο
και ξαφνικά βούτηξε και χάθηκε στο βάθος.
Όταν διάβασα για το θάνατο του Δημήτρη , μου ήρθε στο νου
εκείνο το δελφίνι που ξαφνικά έφυγε.
Δεν ξέρω πως γίνεται να νοιώθεις τόση στενοχώρια
για κάποιον που γνωρίζεις μόνο μέσω της ιστοσελίδας του, όμως συμβαίνει.
Δημήτρη, αντίο
Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2009
Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2009
Σκατά

Aπό την ανάκριβη πόλη
XX
XX
(Μια επέτειος πιο μελαγχολική
Και πιο συνεσταλμένη από μια χαμένη επανάσταση)
Θυμήθηκα ξαφνικά το κυνηγετικό όπλο
Που έκρυψα στους στίχους εξαιτίας της αστυνομίας
Και δεν ξέρω πού είναι.
Το έκρυψα στο βάθος των λέξεων,
Έχασα το κλειδί της διάβασης
Έχασα το κλειδί της διάβασης
Και τώρα, αυτή τη μέρα των οδοφραγμάτων με ιστούς αράχνης,
Τι θα γίνει με μένα
Χωρίς θάνατο στα δάχτυλα;
Το κυνηγετικό όπλο! Πού είναι το κυνηγετικό όπλο;...
(Η κούκλα, η κούκλα του Carlos Queiroz...)
...Ίσως φθαρμένο
Αλλά ακόμη χρήσιμο στις παρελάσεις της ομίχλης
Με φυσίγγια δακρύων
(στεγνών δακρύων)
Για να σκοτώσουν τους ανθρώπους και μετά να τους κλάψουν.
Ανήκε στον Ze do Telhado,
Χάθηκε στον ανταρτοπόλεμο της σιωπής,
Ταξίδεψε στα χέρια κραυγών
Καραμπίνα
Για να γεμίσει από το στόμα
Στο Μουσείο της Χολέρας.
Τι θα γίνει με μένα
Χωρίς θάνατο στα δάχτυλα;
Το κυνηγετικό όπλο! Πού είναι το κυνηγετικό όπλο;...
(Η κούκλα, η κούκλα του Carlos Queiroz...)
...Ίσως φθαρμένο
Αλλά ακόμη χρήσιμο στις παρελάσεις της ομίχλης
Με φυσίγγια δακρύων
(στεγνών δακρύων)
Για να σκοτώσουν τους ανθρώπους και μετά να τους κλάψουν.
Ανήκε στον Ze do Telhado,
Χάθηκε στον ανταρτοπόλεμο της σιωπής,
Ταξίδεψε στα χέρια κραυγών
Καραμπίνα
Για να γεμίσει από το στόμα
Στο Μουσείο της Χολέρας.
.
Και τώρα; Πού είναι;
Ίσως στη λέξη Αγάπη,
Ίσως στη λέξη Μίσος,
Ίσως στη λέξη Φόβος,
Ίσως στη λέξη Αγάπη,
Ίσως στη λέξη Μίσος,
Ίσως στη λέξη Φόβος,
Ίσως στη λέξη Θάνατος,
Ίσως στη λέξη Σκατά.
Jose Gomes Ferreira
από την ανθολογία Πορτογαλικής ποίησης
εκδ Ροές
Μετάφραση Γιάννη Σουλιώτη
Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009
ΤΟ ΣΚΙΑΧΤΡΟ
Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2008
ανάλγητου θεού ημίφως

το ποίημα που ακολουθεί το ξεσήκωσα
από τις σελίδες του Νίκου Σαραντάκου
Γέννησις
'Εξω βαριά, μονότονα κι επίμονα χτυπά η βροχή
στους τσίγκους των καταστημάτων.
Και σα βουβό παράπονο μέσ' στην καρδιά μας αντηχεί
που άγνωστος φόβος της κρατά δεμένη κάθε της πτυχή
κι είναι σπηλιά κακοποιών και βάρβαρων πνευμάτων.
Ανίσχυρο το λογικό -κρίση, συνείδηση και νους-
ζητεί να μάθει την αιτία
που μας κρατάει στην ερμιά του ψυχικού μας αχανούς
που μας κρατάει σκοτεινούς, βασανισμένους, ταπεινούς
γεμάτους ζόφο και νυχτιά και θλίψη και σκοτία.
Τάχατες τ' άλλα πλάσματα, που η σκέψη δεν τα τυραννά
δεν τα βαραίνει σαν κατάρα,
νοιώθουν το ίδιο σαν εμάς τον αδυσώπητο βραχνά
ή τάχα πέφτουν ήσυχα να κοιμηθούν μ' όνειρα αγνά
χωρίς καμμιά τον ύπνο τους να τον ταράζει αντάρα;
Χριστέ, γιατί γεννήθηκες μες στου χειμώνα την καρδιά
και τέτοια δίδαξες θρησκεία;
Προτού να ρθεις εμοιάζαμε ξέγνοιαστα κι άταχτα παιδιά
κι ήταν η ζήση μας απλή, με φως γεμάτη κι ομορφιά
κι απ' την ψυχή μας άγνωστη και ξένη η αμαρτία.
'Ο,τι κι αν κάναμε κακό, ήταν απλό και φυσικό
κι όμοιοι μας ήταν κι οι θεοί μας.
'Ηταν ανθρώπινοι θεοί, με τίποτα το θεϊκό
που μας γελούσαν στοργικά, που συγχωρούσαν το κακό
κι ήτανε πάντα μέσα μας και πάντοτε μαζί μας.
Μα εσύ τους έδιωξες αυτούς, τους πρόσχαρους, τους αφελείς
θεούς, που μας πονούσαν τόσο
και ξέσκισες τους νόμους μας, τους ανθρωπίνους κι ατελείς,
νόμους ωστόσο μιας ζωής, γλυκειάς και διάφανης κι απλής
και μάρανες την ηδονή, την άνοιξη, τη δρόσο.
Από τα βάθη του αχανούς, του ακατανόητου ουρανού
μια φοβερή έφερες εικόνα
ενός ανάλγητου θεού, σκληρού, στυγνού και σκοτεινού
κι είπες πως είν' αμάρτημα και το τραγούδι του πτηνού
και της κοπέλλας τ' όνειρο, κι η μυρουδιά του ανθώνα.
Νόμους εθέσπισες σκληρούς με τη στυγνή σου διδαχή
και σκότωσες την ευτυχία.
Απάρνηση κάθε χαράς, σκοτάδια μέσα στην ψυχή,
κάθε χαμόγελο γλυκό, κάθε χαρούλα μας φτωχή
είναι θανάσιμο κακό και ρύπος κι αμαρτία.
Ποτές δε χάρηκες το φως. Σε θέλγαν πάντα τα κεριά
και των ναών σου το ημίφως.
Οι προσευχές σου ψάλλονται με μια κατάνυξη βαριά.
Δεν χάρισες στον άνθρωπο ούτε μια στάλα λευτεριά
και οι πιστοί σου ήθελες νάχουμε δούλων ήθος.
Κι όπως γεννήθηκες Χριστέ μες στου χειμώνα την καρδιά
που σύμβολο στη σκοτεινή σου στάθηκε θρησκεία,
για να πεθάνεις διάλεξες κάποια χαρούμενη βραδυά
κι ερύπανες της άνοιξης τη ζωογόνα ευωδιά
με του φριχτού σου λιβανιού τη δυσωδία.
(Σάμος, 24.12.1937)
Άχθος Αρούρης
Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2008
Ρώσικη ρουλέτα
.
Βecause
.
Δόντια των λέξεων
Δαγκάνοντας κρύον αέρα
BECAUSE
Το χάος μετριέται μόνο με χάος
.
Φέρετρο φέρετρο
Πού πετάς γύρω μου γύρω μου
Μερόνυχτα τώρα
Ανάμεσα Τετέλεσται και Πριν
.
Μεσάνυχτα πάντα
'Ολο δεξιά και καταστροφή
Ποίηση πάλι
Μ' ένα νυστέρι που σκάβω
Ανάμεσα Σάββατο
Και φωτεινή επιγραφή
.
BECAUSE
Τ' απόστημα τούτου του κόσμου
ολοένα χοντραίνει
BECAUSE
Μισώ τα μισητά αντικείμενα
Όπως αυτό το χαλασμένο κρέας
Την καρδιά
Και τον τρόμο μέσα μου
Πού του παίζω τόσο άσκημα παιχνίδια
Να τον τρομάζω
.
Όμως ζαλίζομαι
Στο δέκατό μου όραμα ανεβασμένoς
Καθώς η αυτόματη πωλήτρια του σεξ
Μου μιλά γι' ανθρώπους
Τσάντες γεμάτες σάρκες
και λέξεις που δε χρειάζομαι
Γι' αυτό ανεβαίνω στο άλλο μου όραμα
Όμως το σώμα μου
Είναι τυλιγμένο ακόμα με ρολόγια
Για να θυμάται χαμόγελα
Που γλιστρούσανε πάνω σε τζάμια
Και πώς γελούσανε τα τζάμια
.
Μόνο που τώρα στο μυαλό τους
Τελευταία ανάμνηση πετρέλαιο κι αλουμίνιο
Οδοντόκρεμα ξυπνητήρια καφές ανία
.
Πράγματα που ξυπνάνε και ξεκινάνε
Από ' να καρμπόν
Μαζί τους και το πρωί
.
Πράγματι κομμάτια κάρβουνο μόνο
Ξεκάρφωτα
.
Μια μαύρη κάλτσα να την κουνά ο άνεμος
Μακραίνει μακραίνει
Βγάζοντας από μέσα της
Νύχια και κόκαλα
Βρύσες σκορπιούς
Χιλιόμετρα του λύκου μες στο στόμα μου
Πού τρόμαξα
Έβγαλα τα λεφτά μου
Κι ένα κατοστάρικο μόνο βρήκα
Πού' γραφε πάνω του
Άλλο πια δεν μπορώ
Αφήστε με να φύγω
.
BECAUSE
Αυτός είν' ένας κόσμος
Όπου και τα πράγματα ακόμα
Δεν μπορούν να παραμένουν σιωπηλά
BECAUSE
Αυτός ο κόσμος τρελάθηκε
.
BECAUSE
Μες στο δωμάτιο μου τώρα μπαίνουν
Ο Άλαν με το κοράκι του
Ο Κώστας με τις κάργιες του
Ο Άλεν με το λιοντάρι του
.
Είναι μια βρώμικη νύχτα καπιταλιστική
Κι' είναι ένας βρωμόκαιρος
Όπου και να κοιτάξεις
Παντού
.
Καθόμαστε όλοι μαζί
Και παίζουμε ρωσική ρουλέτα
.
Αλέξης Τραϊανός
Από το Σύνδρομο του Ελπήνορα
.
*λυπάμαι πού
δεν μπόρεσα να στήσω τη σελίδα
όπως διάλεξε ο ίδιος ο Τραϊανός
Κυριακή 22 Ιουνίου 2008
ΈΡΜΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Magritte, Memoire.
Η Λησμονημένη V
Αυτά τα λόγια θα τα ξεριζώσει μετά σαράντα
χρόνια η λησμονημένη. Και σ' αυτό το δρόμο
να πω πως γίνονται θαύματα; Όχι. Τα θαύματα
γίνονται μόνο στις στοιχειωμένες εκκλησιές
Να πω για τον άνθρωπο που έγινε δέντρο και
για το στόμα του που φύτρωσαν λουλούδια; ντρέπομαι
κι όμως πρέπει να μιλήσω κι ας μη με πιστέψουν
Ο μόνος που θα μπορούσε να με πιστέψει τον σκο-
τωσαν εκεί μπροστά στο βωμό κάτι γυμνά αγόρια
τον σκότωσαν με τις πέτρες. Ήθελαν να πληγώσουν
ένα λυκόσκυλο ήθελαν να πουν ένα τραγούδι ήθελαν
να φιλήσουν μια γυναίκα. Πάντως τον σκότωσαν
και τον κόψαν στα δυο μ' ένα σπαθί. Από τη μέση
κι απάνω τον έστησαν άγαλμα σ' ένα παράθυρο.
Από τη μέση και κάτω τον έμαθαν να περπατάει σαν
τα μικρά που αρχινάνε. Γι' άγαλμα δε φάνηκε άξιος
γιατί δε μπόρεσαν να γίνουν άσπρα τα μάτια του.
Τα πόδια του πάλι κάνουνε ένα σωρό τρέλες και
τρομάζουν τις γυναίκες που νυχτώνονται στα πα-
ράθυρα. Τώρα πλάϊ στα χείλια του έχουν φυτρώσει
δυο φυλλαράκια πικρά. Καταπράσινα. Είναι άνθος
ή άνθρωπος; Είναι άνθρωπος ή άγαλμα; Είναι
άγαλμα ή απόκρυφος θάνατος. Αυτά τα λόγια
θα τα ξεριζώσει μετά σαράντα χρόνια η λησμο-
νημένη.
Μagritte, Le modele rouge.
Μίλτος Σαχτούρης, Τα Ποιήματα (1945-1971)
εκδ. Κέδρος.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)