Σάββατο, 13 Ιουνίου 2009

Φεύγουμε ;


Χάρολντ Πίντερ


-Παιδιά ελάτε. Γύρω γύρω μου όλοι.
Η Ηλέην σαλτάρισε σε μια καρέκλα, με τη φούστα σηκωμένη ως τη μέση της.
-Σας το είχα τάξει.
Άρχισε να βογγάει και να στριφογυρνάει στο ρυθμό της μουσικής, οι ζαρτιέρες πολύ σφιχτές. Σκύψανε όλοι ομαδικά, γρυλίσματα γύρω της, στο πάτωμα. Το δωμάτιο έγινε μουντό τώρα, κακοφωτισμένο από δύο γλόμπους του τοίχου, που έλουζαν με φως τα μπούτια της πάνω από τα σκυμμένα κεφάλια.
-Μπαλλέτο αφιερωμένο σε όλους σας, τσίριγμα η φωνή της.
-Τη γουστάρεις απ' αυτή την οπτική γωνία;
-Έλα έξω, είπε ο Πητ.
-Τώρα!
Η φούστα ανέμισε.
-Αααααααααααα!
Το φως κρουστό, καυτό, προσπαθούσε να διατρήσει τα βλέφαρα του Μαρκ. Η Ηλέην κατέβηκε από την καρέκλα. Δίπλα στον γλόμπο του τοίχου άρχισε να λικνίζεται. Έβγαλε σε αργό ρυθμό τη μπλούζα της.
-Εγώ κάνω κουμάντο στο πάρτυ.
-Την κάνεις κέφι; Θα τη γουστάριζες; ρώτησε η Σόνια.
-Τσάκωτο!
Το σουτιέν της τινάχτηκε προς το σκοτάδι.
-Χώσε με, μωράκι μου, χώσε με στην μπρούτζινη κρεβατάρα σου.

Χόρευε μονάχη της, μια στο μισόφωτο και μια στο φως της λάμπας. Γέλια κακαριστά ακούστηκαν, πνίγηκαν. Τα πόδια στο πάτωμα χτυπούσαν τον ρυθμό. Χάιδεψε τα στήθη της. Τα χέρια της γλίστρησαν κάτω, στην κυλλότα της, στα πισινά της, στριφογύριζε. Κάποιος που δεν ξεχώριζε μέσα στο μισοσκόταδο την τράβηξε πάνω του, έπεσαν κάτω. Ο Μαρκ πάτησε ένα ποτήρι που είχε πέσει απ' το μπαρ. Αρπάχτηκε από τη Σόνια. Κάθησαν. Ο καναπές έτριζε.

Δος ημίν, δος ημίν
γουρουνοπόδαρο και τζιν,
τζιν και βότκα δώσε κι άλλο
και το κρίμα μου μεγάλο,
σφάξε με, θυσίασέ με
δώσε τζιν ημίν και μέθυσέ με.

Το δωμάτιο γρύλισε, το δωμάτιο έδωσε γροθιά. Φως κλαψούρισε πάνω στα κορμιά.
-Αααααααχ, φώναξε η Ηλέην, πεθαίνω. Αααααα, φώναξε ο Μαρκ, πάψε, μονάχα ο Θεός ξέρει το πότε. Ο Μπάξτερ χτύπαγε τον τοίχο. Σφάξε με, σφάξε με, σφάξε άραξε θρηνώντας στη γωνιά μου με μεθάς με σβήνεις ξέρω πως ξέρεις πως όποιας και να' ναι τον καβαλλιέρο προστυχιές σε μένα γιατί έτσι πάρ' τα πόδια σου από πάνω μου, με μέθυσε, φουλαρισμένος να δω το μωρό μου ανασκέλωσέ με παρθενικό πραματάκι σου γουρουνοπόδαρο να κοκκινήσει ανασκέλωσέ με.
-Έξω!
Ο Μαρκ αποτίναξε τα κυματίζοντα σχήματα απ' το δωμάτιο, βγήκαν με τη Σόνια σκουντουφλώντας έξω στον διάδρομο.
-Εδώ.
Έσπρωχνε φουριόζος κάποια πόρτα, αυτοί κλεισμένοι μέσα.
-Εδώ.
Το κρεβάτι βούλιαξε. Ο Μαρκ σκαρφάλωσε.
-Τι έγινε. Γαμώτο μου.
Ο Πητ και ο Μαρκ ανασηκώθηκαν, το κεφάλι στητό, οι ματιές αντιμέτωπες.
-Μάλιστα, είπε ο Μαρκ.
-Μάλιστα.
-Πώς πάει;
-Ε, ας μην γκρινιάζουμε κιόλας.
-Κομματάκι στριμωχτά σ' αυτό εδώ το παταράκι.
-Γεγονός.
-Όχι και πρώτης κατηγορίας ιδέα, ε;
Η Σόνια αποτραβήχτηκε, προχώρησε κατά την πόρτα.
-Περίμενέ με, είπε η Μπρέντα.
Η πόρτα μισάνοιξε σαν ραγισματιά, χλωμά κεφάλια ψιθύρισαν μέσα στα σκοτεινά, το κόκκινο φως τραυμάτισε τη μαυρίλα, έκλεισε.
-Έριξες τον προσωπικό σου οβολό για τη Δημοκρατία;
-Η σημαία μας είναι μεσίστια, είπε ο Πητ. Εσένα;
-Εγώ να δεις!
-Πώς σου φαίνεται η ιδέα να βγούμε από δω μέσα.
-Έγινε, άντε να φεύγουμε.

Χάρολντ Πίντερ
Οι νάνοι
εκδ. Καστανιώτη
μετάφραση Πάυλος Μάτεσις.

4 σχόλια:

nuvens είπε...

Τελικά, μπορεί να τρέξει κανείς στο χιόνι δίχως ν΄αφήσει πατημασιές;

melen είπε...

@nuvens
μήτε αλεπουδίτσα..
αλλά και τι πειράζει;

nuvens είπε...

Δεν πειράζει - γλυκομεσονύχτια πλην μεγαλόσχημα.. Άλλωστε δεν πεθαίνει κανείς από έρωτα, αλλά γιατί του φανερώνεται η γύμνια του, η ανικανότητά του, το τίποτε.
(Οι ήρωες είναι συνένοχοι των νάνων..!)

melen είπε...

@nuvens
κι εγώ μόλις έμαθα το όνομα του ενός από τους δώδεκα..