Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2009

της ώρας



Πάταγα με τα πόδια και πάγαινα, ανάπνεα -για να μη σκάσω- αέρα. Εεε...μα βέβαια...λέω σ' ένα σκυλί, δίχως νόημα, που ανύποπτο πήγαινε με τη νουρά του στα σκέλια. Στο άκουσμα ο σκύλος ξαφνιάστηκε κι' έκαμε -σαν για να φυλαχτεί- κάποια κλίση. Το βλέμμα του, φοβισμένο, με τρύπησε. Τότε ιδόντας έναν διαβάτη που κούτσαινε, σκέφτηκα πως ένας διαβάτης κουτσαίνει. Κι' αιστάνομαν να μην έχω αντίρρηση. Σκέφτηκα πως κουτσός αυτός θ' αργήσει να φτάσει στον τάφο του... Τι μ' έγνοιαζε μένα πούσαν τα σπίτια τετράγωνα; Τ' είχα να κάμω πούταν στρόγγυλη η ημέρα; Αν έκρουα τα παλαμάκια μου τ' άκουγα, αν έπαυα να περπατάω, σταματούσα. Κι' ότι ήθελα έκανα. Μπόραγα να πάω αποδώ, μπόραγα να στρίψω αποκείθες. Και τραβάω σ' ένα ρεστοράν αντίκρυ μου. Στέκομαι εκεί στην πόρτα κυττάζοντας τι φάτσες κάνουν όταν τρώνε οι άνθρωποι. Τα πηρούνια, στο φως του ήλιου, φλεγόντουσαν, κι' οι άνθρωποι μοιάζαν σα να μάσαγαν λάμψεις. Και άκουσα ένα γκαρσόν να φωνάζει: "εντόσθια της ώρας..."
- Μα έχει -ρωτάω έναν πούβγαινε- έχει εντόσθια η ώρα; Ο άνθρωπος έστριψε βλοσυρός και με κύτταξε και μούπε να πάω
-λέει- στο διάβολο

Γιάννης Σκαρίμπας
από το σόλο του Φίγκαρω