Τρίτη, 12 Αυγούστου 2008

ΤΟ ΑΒΓ....Ω



Για τον locus solus που λείπει
…Εκείνο το πρωϊ έκανε κρύο κι εκείνη κοίταζε τα άδεια σπίτια και το τοπίο που φαινόταν θολό μες την καταχνιά. Την είδα από το παράθυρο της κουζίνας, όπου έφτιαχνα μια ομελέτα με πατάτες. Για να ακριβολογώ, ετοιμαζόμουν να σπάσω ένα αυγό στο χείλος ενός πιάτου, αλλά μόλις είδα τη Λάουρα βγήκα να την υποδεχτώ με την ίδια κατάπληξη που θα έδειχνα αν είχε εμφανιστεί μπροστά μου η Αφροδίτη του Μποτιτσέλλι με την αχηβάδα της υπό μάλης. Εκείνη χαμογέλασε χωρίς να πει τίποτα κι έπειτα έτριψε τα χέρια της και με κοίταξε με αγωνία. Εγώ περιοριζόμουν στη διαπίστωση ότι πράγματι επρόκειτο για τη συγγραφέα. Τόσο η Λάουρα όσο κι εγώ δεν ξέραμε ποτέ πώς ν’ αρχίσουμε μία συζήτηση, γι’ αυτό και η στιγμή της γνωριμίας μας υπήρξε μάλλον αμήχανη. Έπειτα από μερικά τραυλίσματα αποφάσισα να σπάσω τον πάγο με μια σύντομη επίσημη δήλωση. Της είπα ότι είχα σκοπό να ετοιμάσω φαγητό και ως απόδειξη της παρουσίασα το πιάτο και το αυγό. Κατάλαβε ότι ήξερα ποια ήταν κι’ όλα έγιναν πιο εύκολα. Δέχτηκε να έρθει μέσα στο σπίτι. Κάθησε στο τραπέζι της κουζίνας και κοιταχτήκαμε για μια στιγμή. Τότε βάλθηκα να ψάχνω για το πιάτο και το αυγό που είχαν εξαφανιστεί από τα χέρια μου. Η Λάουρα στάυρωσε τα πόδια της κι άναψε τσιγάρο. Έδειχνε λιγότερο αβέβαιη τώρα, αλλά καθώς άρχισε να μιλάει οι άκρες των χειλιών της τρεμούλιασαν.
«Τα άφησες πάνω στη σόμπα στο διάδρομο».
Βγήκα να τα βρω και γύρισα με τη σκέψη ότι ήταν πραγματικά απίστευτο να βρίσκεται εκείνη εδώ, καθισμένη στην κουζίνα μου να καπνίζει. Η Λάουρα κάπνιζε λίγο αλλά με ένταση. Τα μόνα αχαλίνωτα βίτσια της ήταν τα χάπια και ο καφές….
.…εγώ δεν το ξερα, οπότε της πρόσφερα μια μπύρα. Εκείνη κοίταξε ανήσυχη την παλιά καφετιέρα και απάντησε ότι θα προτιμούσε ένα φλιτζάνι κρύο καφέ. Της σέρβιρα μια κούπα γεμάτη ως απάνω. Ύστερα της έδωσα τη ζαχαριέρα. Εκείνη τη στιγμή ανακάλυψα πως κρατούσα μόνο το αυγό στο χέρι μου κι΄άρχισα να ψάχνω για το πιάτο παντού. Η Λάουρα ανακάτευε τη ζάχαρη και στο πρόσωπό της διαγραφόταν ένα ντροπαλό χαμόγελο.
«Το χρησιμοποίησες για να μου ακουμπήσεις την κούπα»
Ένιωσα λίγο μπερδεμένος. Έστρεψα το βλέμμα μου στη μικρή ασπρόμαυρη τηλεόραση που καταλάμβανε τιμητική θέση ανάμεσα στα συμπράγκαλα του τραπεζιού. Ήταν πάντα ανοιχτή γιατί άναβε μαζί με το φως της κουζίνας, αλλά δε λειτουργούσε ο ήχος της. Η Λάουρα ακολούθησε το βλέμμα μου και για λίγα λεπτά μείναμε να χαζεύουμε έναν άντρα που μιλούσε χωρίς να κινεί σχεδόν καθόλου τα χείλη. Τότε σήκωσε την κούπα από το πιάτο κι άπλωσε το χέρι για να της δώσω το αυγό. Σκέφτηκα ότι δεν έπρεπε να δεχτώ να χτυπήσει αυγό στην κουζίνα μου κι ότι θα ήταν καλύτερα να τη γνώριζα σ’ ένα εστιατόριο φτιαγμένο με σανίδες σε καμιά ιταλική παραλία, σ΄έναν μικρό όρμο το σούρουπο και να τρώγαμε στρείδια και πεταλίδες μ’ ένα πολύ απαλό λευκό κρασί, ενώ ένα βαριεστημένο αγόρι θα έπαιζε μελαγχολικές μελωδίες σ’ ένα εξαιρετικά νωχελικό ακορντεόν. Της το έδωσα όμως το αυγό της Λάουρα κι εκείνη άναψε κι άλλο τσιγάρο και με κοίταξε στοχαστικά. Σήκωσε το χέρι στο οποίο κρατούσε ταυτόχρονα το τσιγάρο και το αυγό , αλλά δε βρήκε τις λέξεις κι έμεινε αμίλητη. Σκέφτηκα πως οι μεγάλες ιστορίες δεν έπρεπε να αρχίζουν σε κουζίνες, αν και σχεδόν πάντα κατέληγαν εκεί. Σκέφτηκα πως υπήρχαν εκατομμύρια μέρη στα οποία ένα ζευγάρι θα θεωρούσε ευτυχία να έχει γνωριστεί, και όχι στην κουζίνα του σπιτιού τους μια μέρα τόσο ελεεινή σαν κι εκείνη. Ένιωσα προδομένος από τις περιστάσεις αλλά όταν θέλησα να βρω καμιά πρωτότυπη ιδέα, το μόνο που μού κοψε ήταν να δώσω στη Λάουρα ένα πηρούνι για να μπορέσει να χτυπήσει το αυγό. Εκείνη το πήρε και είπε με ορμή ότι η ζωή της Γου Τσε-Τιεν ήταν από τα πιο διεγερτικά πράγματα που είχε διαβάσει ποτέ και ότι ήθελε να μείνει μαζί μου για να γράψει ένα μεγάλο ανατολίτικο ποίημα. Εγώ την κοίταξα με όλη την έκπληξη που είμαι ικανός να νιώσω. Τότε ακριβώς η Λάουρα έβγαλε ένα γέλιο γρήγορο σα βήχα κι άρχισε να κοιτάζει γύρω-γύρω. Στο ένα της χέρι κρατούσε το πιάτο. Στο άλλο, το τσιγάρο και το πηρούνι.
Πού στο διάολο ήταν το αυγό;


Pedro Zarraluki
Ο υπεύθυνος των βατράχων
Εκδ. Σέλας.

2 σχόλια:

τουκιθεμπλομ είπε...

Πιστεύω ότι θα αρέσει και στον ornithologicus. Καλώς σε βρήκα.

melen είπε...

Καλώς ήρθες τουκι
κι ελπίζω να μην "εξαφανίσεις" πάλι το ηλεκτρονικό σου χνάρι για τόσο πολύ καιρό